Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ετυμολογίες και ερμηνείες επωνύμων-19/09/09

Αλιτζερίνος/Λιτζερίνος- Από το δημώδες (α)λιτζερίνος, που εκτός από την πρωταρχική του σημασία(Αλγερινός) σήμαινε και τον πειρατή, τον κουρσάρο, φαινόμενο συνηθέστατο ανάμεσα σε ελληνικούς πληθυσμούς της Τουρκοκρατίας, ιδιαίτερα στη Μάνη. Η λέξη είχε και την έννοια του αρπακτικού και κακόπιστου ανθρώπου. (ΛΔΗΜ)

Αλούπης- Από το ιδιωμ. αλουπού, η αλεπού, αρχ. αλώπηξ. Και αλούπι το δέρμα της αλεπούς, (ΛΔΗΜ)

Αρίδας- Από το δημωδ. αρίδα, 1) είδος τρυπανιού, και 2) αρίδα τα πόδια, «μάζεψε τις αρίδες σου», και αρίδας αυτός που έχει μακριά πόδια, αρχ. ρίς. (ΛΔΗΜ)

Γαλατσίδας- Από το δημωδ. γαλατσίδα, γενική ονομασία διάφορων χόρτων με γαλακτώδη χυμό, μσν. γαλατσίδα < γαλατσίς, αιτ. -ίδα < γαλακτίς.(ΛΔΗΜ) {Λ.Τ.}

Γούσιας/Γούσας/Γούτος- Από το τα αντίστοιχα βαφτιστικά, μορφές του ονόμ.Γεώργιος,πρβ. Γεωργούσιας-Γεωργούσας-Γεωργούτος. Η κατάληξη –ούσης, και οι παραλλαγές της απαντάται ως υποκοριστική σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, ιδίως στα τσακώνικα(βλ. Το Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου ,Θανάση Π. Κωστάκη), και σε επώνυμα κυρίως στη Χίο, και ως πατριδωνυμικό. (ΕΕΛΟΝ)

Κακαβάς/Κακκαβάς- Από το δημωδ. κακκάβι, είδος χάλκινου αγγείου, αλλιώς λεβέτι.< αρχ. ουσ. κακκάβιον. Κακκαβάς, ο κατασκευαστής των συγκεκριμένων αγγείων. (ΛΔΗΜ) {ΜΣΚ}

Κολλιός/Κολιός- Από τα βαφτ. Κολλιός-Κολιός μορφές του Νικόλαος> Νικολιός>Κολιός. Οι Αρβανίτες χρησιμοποιούν την παραλλαγή Κόλλιας/Κόλιας, με τροπή του ο σε α, όπως παρατηρούμε και σε άλλες περιπτώσεις Νίκος-Νίκας,Ζερβός-Ζέρβας κτλ. {ΤΑΧΚ}

Κτενάς/Χτενάς- Από το δημωδ. χτένα, και την παραγ.καταλ.-άς, ο κατασκευαστής χτενών, το «κ» στην πρώτη εκδοχή ίσως οφείλεται σε «λόγια ευφωνία». < ελνστ. κτένιον. (ΛΔΗΜ) (Λ.Τ.)

Κυριαζής- Από το βαφτ. Κυριαζής, παραλλαγή του Κυριάκος(Τριανταφυλλίδης,Ονόματα,σ.14). Διαδεδομένο σε όλο τον ελληνικό χώρο, Κυριαζόπουλος,Κυριαζάκης,Κυριαζίδης, Κυριαζούδης κτλ. Επώνυμο του Ρήγα Βελεστινλή(Φεραίου). (ΑΝΧΜ)

Λαβδός- Από το δημωδ. λαβδός, αυτός που έχει στραβά πόδια έτσι ώστε να ενώνονται τα γόνατα, έχοντας σχήμα Λ, σχετική λέξη χαυδώνω. (ΛΔΗΜ)

Λαζούρης/Λαζούρας- Από το μεσν(τουλαχ.7ος αιων.) και δημ. λαζούρι(ον), πέτρα γαλάζια, μτφ. ίσως ο γαλανομάτης, γαλάνης,< μεσν. λατ. lazur. (ΛΔΗΜ)

Λοΐζος/Λουΐζος/Αλοΐζος- Από το βαφτ. Λογίζος-Λοΐζος-Αλοΐζος, <βεν.Aloiso,γαλ.Loys. Βαφτιστικό που είχε ευρεία διάδοση σε ελληνικούς πληθυσμούς(νησιά, Πελ/σο, Θεσσαλία, Μακεδ.κτλ) την περίοδο της φραγκοκρατίας και βενετοκρατίας,(ΑΝΧΜ)

Μάζης- 1) Από το αρβαν. mëz,(το ë προφέρεται κάπως μεταξύ -α- και –ε-, όπως το αγγλ.about), και σημαίνει πουλάρι, 2) από το αρβαν. mazë, η κρέμα, η κρούστα που δημιουργείται πάνω στο γάλα,<σλαβ.mazъ-το λίπος.Πρβλ. Γκίζας. {ALBD}

Μάνεσης- Από το αρβαν. μανεσë-α, η αργοπορία, λογικά Μάνεσης ο βραδύς, ο αργός. (ΧΡΑΡΒ)

Μαυροειδής/Μαυροειδάκος- Από το μεσν. μαυροειδής, ο μαυρουδερός, και ως κύριο όνομα,Μαυροειδής, στο Μεσαίωνα. <μαύρος + ουσ. είδος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, Μαυροειδής Μιχαήλ, ιερέας στην Πόλη.(ΜΣΚ) (BZP)

Μούρτζος/Μούρτζινος- Από τα ιδιωμ. μούρτζος/μούρτζινος-μαύρος/ καστανοκόκκινος για ζώα.< μσν. μούργος< αρχ. επίθ. αμόργινος (MEYER)(ΜΣΚ)

Ντούμας/Δούμας- Από το βαφτ.Ντούμας, μορφή του Δημήτριος, κυρίως από Βλάχους. Δούμας <Ντούμας, με λόγιο εξελλ. ντ>δ {ΤΑΧΚ}

Πυργάκης/Πυργόπουλος/Πυργούσης/Πυργούδης- Από το παλαιότερο βαφτιστικό Πύργος,<προσηγ.πύργος. Και θηλ. Πυργού. (ΑΝΧΜ)

Σαλός/Σαλογιάννης/Σαλαγιάννης- Από το ιδιωμ.(Ήπ.,και αλλού) σαλός, ο μωρός, τρελός, σχετικό με το ρήμα σαλεύω. (MEYER)

Σαμιαμίδας- Από το δημωδ. σιαμιαμίδι, είδος πολύ μικρής σαύρας, μολυντήρι, και χαρακτηρισμός για άνθρωπο μικρού αναστήματος.<αρχ. σαμιάμινθ(ος). (MEYER)

Ταβουλάρης- Απο το ελληνιστ. ταβουλάριος, ο γραμματοφύλακας, αρχειοφύλακας στο Βυζάντιο. (ΛΔΗΜ)

Τροκανάς- Ο κατασκευαστής/έμπορος τροκανιών(τροκάνι,το), λη τρουκάνι, το βαρύ κουδούνι των προβάτων.(ΛΔΗΜ)

Τσάρας/Τσιάρας- 1)Απο το ιδιωμ. τσάρα(ή), το πτηνόν κίχλη, η τσίχλα, ή,2) από το ιδιωμ. τσαρά, και τσερά, αλλιώς η κυρά(με τσιτακισμό κ>τσ), η θειά, ή η μαμμή.(ΛΔΗΜ)

Φιλίνης- Μητρων. από το βαφτ. Φιλίνη, σπάνια μορφή του θηλ. βαφτ. Φιλιώ, υποκ. μορφή του Τριανταφυλλιώ-α, με την κατάληξη –ίνη, έχουν σχηματιστεί κι άλλα μητρωνυμικά επώνυμα όπως Αγγελίνης<Αγγελίνη(Αγγέλω), Γεωργίνης<Γεωργίνη(Γεωργία), Αναστασίνης<Αναστασίνη (Αναστασία), Μηλίνης<Μηλίνη(Μηλιώ) κτλ .

………………………………………………………………………………………….

-Δημητράκου. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης (ΛΔΗΜ)

-Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.{Λ.Τ.}

-Εισαγωγή στην Ελληνική Ονοματολογία, Χαράλαμπου Συμεωνίδη(ΕΕΛΟΝ)

-Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), Εμμανουήλ Κριαρά.{ΜΣΚ}

- Ανθρωπωνύμια Χουμνικού, Φ.Π.Κοτζαγεώργης (ΑΝΧΜ)

-Vladimir Orel- Albanian Etymological Dictionary,{ALBD}

-Neugriechische Studien /Gustav Meyer (MEYER)

-Κωνσταντίνος Χριστοφορίδης,Λεξικόν της Αλβανικής Γλώσσης,(ΧΡΑΡΒ)

-Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit,Erich Trapp, Hans-Veit Beyer, Ewald Kislinger, Ioannis Leontiadis (BZP

-Ν. Ταχινοσλής, Μορφές του Κωνσταντίνος.{ΤΑΧΚ}

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Ετυμολογίες και ερμηνείες επωνύμων-16/09/09

Ανδρώνης- Από το βαφτ. Ανδρώνης,υποχωρητικά,< Ανδρόνικος. Το όνομα Ανδρόνικος ήταν πολύ διαδεδομένο στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, ίσως λόγω των δύο αυτοκρατόρων Ανδρόνικων,14ος αι.. Εμφανίζεται και σαν Ανδρωνάς τον 13ο αιώνα στη Θεσσ/κη.Και όνομα οικισμού στην Ηλεία, Αντ(δ)ρώνη(του).(BZP) (ΑΝΧΜ)

Βαρβαρίγος- Από το βενετσιάνικο επώνυμο Barbarigo, μάλιστα ο Agostino Barbarigo, ήταν δόγης της Βενετίας από το 1486 ως το 1501. Σύμφωνα με το Ιστορικό Λεξικό Ζακύνθου του Ζώη, η οικογένεια καταγόταν από την οικογένεια των Βαρβαρίγων της Βενετίας, αφού πρώτα είχε εγκατασταθεί στην Κρήτη. Βαρβαρήγοι υπήρξαν και Προβλεπτές της Βενετίας, στη Ζάκυνθο. (ΛΞΖΑΚ)

Γούλιαρης- Από το δημωδ. γούλιαρης, ο λαίμαργος, από το ουσ. γούλα<λατ.gula, το στομάχι των πουλερικών. (ΤΣΑΚΛ)

Διγόνης/Διγγόνης-Από το ιδιωμ. διγόνι, διγγόνι,1) ο δισέγγονος,2)το όψιμο αρνί,κατσίκι ή δημητριακό και 3) το ζώο που βυζαίνει δύο μητέρες. (ΤΣΑΚΛ)

Ζιώγας- Από την παραλλαγή του ονόματος Γεώργιος στη βόρεια Ελλάδα, χρησιμοποιούμενο και από βλαχόφωνους. Παρόμοιες παραλλαγές, Τζιώγας,Τζόγγας,Ζόγκας. {ΜΓΤΧ}

Κουτσουρέλας/ης- Από το ιδιωμ.(Ζαγ.) κουτσουρέλα- η άτεκνη, σχετικό ετυμολογικά με το κουτσ(ος). (MEYER)

Κύρκος- Από το βαφτ. Κύρκος,<μεσν.Κύρικος(κύρ(ιος)+ικός) ή(και) του βαφτ. Κυρ(ιά)κος. Η ίδια αρχή σε πολλές παραλλαγές, φανερώνοντας τη διάδοσή του υποκορ. αυτού τύπου, όπως Κυρκόπουλος, Κυρκίδης, Κυρκάκης,Κύρκου, Κυρκούδης, Κυρκούσης κτλ.(ΑΝΧΜ)

Μελιγαλάς- Από τις λέξεις μέλι και γάλα. Επώνυμο από τα βυζαντινά χρόνια,14ος αιώνα,σε Χαλκιδική,Πόλη κτλ. Και τοπωνύμιο, στην Πελοπόννησο, Μελιγαλά(του), πιθανώς παλαιότερου ιδιοκτήτη της περιοχής.(BZP) (ΛΔΗΜ)

Μπλέτσας- Από το ιδιωμ.(Ήπειρ.), μπλέτσας/μπλετσάρης, γυμνός, πρβλ. μπλετσοπόδαρος-ξυπόλητος.<σλαβ.ples. (MEYER)

Ξεπαπαδάκος- Επώνυμο από παρατσούκλι που δινόταν σε ανθρώπους οι οποίοι έπαβαν να φέρουν το ιερατικό σχήμα, έπαβαν να είναι παπάδες, «ξεπαπάδες».

Ξηρός- Από τη λέξη ξηρός,ξερός, ο μη έχων υγρασία-νερό. Μτφ για ανθρώπους ο τραχύς, σκληρός. (ΛΔΗΜ)

Ξυρίσης- Από το ρήμα ξυρίζώ, στον μέλλ.τρίτ.προσ. ξυρίσει, καθόλου ασυνήθιστο να σχηματίζονται επώνυμα από τύπους ρημάτων, βλ.Ξεσφίγγης, και εισαγωγή «Ελληνικά επίθετα (Α-Λ)-ετυμολογία».

Ξωμερίτης- Από το δημωδ. ξωμερίτης, ο εξωμερίτης, ο έλθων από έξω μέρη, ξενοτοπίτης. (ΛΔΗΜ)

Παλαιολόγος- Από το μτγν.ρημ.παλαιολογώ, λέω, ομιλώ περί αρχαίων-παλαιών πραγμάτων. Επώνυμο της τελευταίας δυναστείας του Βυζαντίου. Συνηθέστατο επώνυμο σήμερα, κύριως λόγω της χρησιμοποίησης του «Παλαιολόγος» ως βαφτιστικού, όπως έγινε και με το Κομνηνός, Δούκας, Ράλλης(Ραλλού),Δούκας(Δούκισσα), Βάρδας κτλ.(ΛΔΗΜ)

Πιπιλής/Πιπίλας- Από το δημωδ. ρήμα πιπιλίζω-πιπιλώ, πιπιλής αυτός που πιπιλίζει. Όπως έχουμε αναφέρει ξανά, δεν είναι καθόλου σπάνιο να σχηματίζονται επώνυμα από απλούς τύπους ρημάτων, πολλές φορές από το τρίτο ενικό πρόσωπο ενεστώτα, πρβλ. Αγρεύης (αγριεύει), Ασημώνης (ασημώνει), Βουλώνεις (βουλώνει), Γαργαλής (γαργαλεί), Γουρλώνης (γουρλώνει), Δένης (δένει), Κακιώνης (κακιώνει), Κατέχης (κατέχει), Κολώνης (κωλώνει), Κουμαντάρης-Κουμανταράκης (κουμαντάρει), Κουτσοπίνης (κουτσοπίνει), Κρυώνης (κρυώνει), κτλ βλ. εισαγωγή «Ελληνικά επίθετα (Α-Λ)-ετυμολογία», σχόλια Ανδριώτη. (ΛΔΗΜ)

Πλώτας/Πλότας- Από το αρβαν.plotë, ο γεμάτος, απόλυτος, και ο σωστός. {ALBD}

Σούρλας- Από το ιδιωμ.(Ήπειρ.) σούρλα, κάθε τι ψηλό που λήγει κωνοειδώς, π.χ. σουρκέφαλος, ο σχινοκέφαλος, που έχει μακρύ κεφάλι. Ετυμολογικά συνδέεται με το σλαβ. сурла ,η προβοσκίδα ή η πίπα/σφυρίχτρα/φλογέρα. (MEYER)

Στασινόπουλος/Στασινός- Από το βαφτ. Στασηνός-Στασινός, παραλλαγή του ονομ. Αναστάσιος, ήδη από την παλαιολόγεια εποχή, σε περιοχές όπως Θεσσ/κη, Σέρρες, Πόλη, Χαλκιδική, Καστοριά, Καππαδοκία κτλ.Συνηθισμένο και στην Αρκαδία.(BZP) (ΑΝΧΜ)

Συρμός/Συρμόπουλος/Συρμάκης/Συρμούδης κοκ- Από το βαφτ. Σύρμος,Συρμώ,<σύρμα(η χρυσοκλωστή του κεντήματος). Πολλά άλλα βαφτ. που χρησιμοποιούσαν παλιότερα έχουν εκλείψει σήμερα όπως Λεϊμονιά, Πύργος, Λοΐζος, Αυγέρης, Λυμπέρης κτλ (ΑΝΧΜ)

…………………………………………………………………………………………………………………..

-Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit,Erich Trapp, Hans-Veit Beyer, Ewald Kislinger, Ioannis Leontiadis (BZP)

- Ανθρωπωνύμια Χουμνικού, Φ.Π.Κοτζαγεώργης (ΑΝΧΜ)

-Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου / Λεωνίδα Χ. Ζώη.(ΛΞΖΑΚ)

-Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου ,Θανάση Π. Κωστάκη(ΤΣΑΚΛ)

-Neugriechische Studien /Gustav Meyer (MEYER)

-Δημητράκου. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης (ΛΔΗΜ)

-Vladimir Orel- Albanian Etymological Dictionary, {ALBD}