Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Επίθετα φίλων αναγνωστών-27/02/12 (β)


Ακάσης/ Ακασιάδης- Πρόκειται για επώνυμο προερχόμενο απο την τουρκική γλώσσα, με πρώτο συνθετικό το ak που σημαίνει άσπρος και δεύτερο το kaş που δηλώνει το φρύδι. Δηλώνει δηλαδή σαν επώνυμο τον άνθρωπο με τα λευκά φρύδια. (ΕΠΜΑ)

Κολώνιας- Προφανώς το επώνυμο προέρχεται απο το το όνομα περιοχής-περιφέρειας της Αλβανίας στα σύνορα με την Ελλάδα, με αλβανική πλειοψηφία αλλά με Έλληνική παρουσία επίσης. Δεν είναι συχνό φαινόμενο αλλά το έχουμε συναντήσει και σε άλλες περιπτώσεις(βλ. Σαμοθράκης, Σαλονίκης , Μπεράτης κ.α.) όπου το πατριδωνυμικό επώνυμο σχηματίζεται χωρίς κάποια ειδική κατάληξη(υπάρχει και επώνυμο Κολωνιάτης). Ιστορικά το επώνυμο σ’αυτη την μορφή το συναντάω σε έργο του Ιωαν. Λαμπρίδη  Περί των εν Ηπείρω αγαθοεργημάτων, 1880 στον τόμο β’, σελ. 116 όπου αναφέρεται κάποιος Δημήτριος Κολώνιας απο το Σκαμνέλι Ζαγορίου, που εγκαταστάθηκε στους Νεγάδες το 1845 και κληροδότησε στην τοπική σχολή 5 γρόσια.
Κολώνιας Αναστάσης, αγωνιστής του '21, απο το Ξηρόμερο, πήρε μέρος στην πολιορκία του Λεσινίου. Και Κολώνιας Στέργιος, απο το Ξηρόμερο, στρατιώτης του Καραισκάκη, πολέμησε σε Χαιδάρι και Φάληρο.(ΡΟΥΜΕΛ)

Κοντός/Κόντος- Η προφανής ετυμολογία του επωνύμου είναι η προέλευσή του απο το επίθετικό προσδιορισμό κοντός, εξού και συνήθες πρώτο συνθετικό επωνύμων μετά απο βαφτιστικά όπως Κοντομιχάλης, Κοντογιάννης, Κοντομηνάς κ.ο.κ. . Αμφιβολίες για μερικά επώνυμα που τονίζονται στην πρώτη συλλαβή, εκτός απο αυτό το γεγονός, μας προκαλεί  το άλλο γεγονός να το συναντάμε ως βαφτιστικό όνομα πριν απο το επώνυμο δηλαδή, σε ελληνόφωνους και αρβανιτόφωνους πληθυσμούς. Προφανώς το νόημα του ως κόντός(χαμηλός στο ύψος) δεν θα ήταν καθόλου κολακευτικό για ένα μωρό που έπαιρνε το όνομά του άρα η λογική εξήγηση είναι ότι σαν βαφτιστικό χρησιμοποιήθηκε με την έννοια του κόντου(ο κόντος), λέξη που απέδιδε στην μεσαιωνική ελληνική δημώδη γλώσσα τον κόντε(conte) τον κόμη της Δύσης, σύμφωνα με τον Εμμ. Κριαρά. 
Πάρα πολλά παραδείγματα όπου συναντάμε το επώνυμο αυτό σε παλαιότερες εποχές μπορείτε να βρείτε χρησιμοποιώντας την λειτουργία της αναζήτηση του ιστολογίου.
Επειδή ζητήθηκε απο αναγνώστη πιο συγκεκριμένα για το επώνυμο αυτό στο χωριό Γαστούρι της Κέρκυρας, κάποιον μισθοφόρο Τζανή Κοντό του Γιάννη απο το Γαστούρη Κέρκυρας να υπηρετεί μαζί με άλλους Επτανήσιους, αλλά και Μοραΐτες και άλλους Έλληνες σε λόχο στην υπηρεσία των Βενετών το 1734. Αλλά και σε κατάλογο Κερκυραίων ναυτών του 1737 αναφέρεται κάποιος Δημήτρης Κοντός του Κωνσταντίνου απο τις Ριγγλάδες.
Σύμφωνα με το ογκωδέστατο και σπουδαίο έργο του Λεωνίδα Ζώη(Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου), οικογένεια Κόντου εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο απο τη Μονεμβασιά το 1508,  ενώ άλλη με το ίδιο επώνυμο το 1513 απο την Κέρκυρα που πιθανώς σχετίζεται με την συνεπώνυμη απο το Γαστούρι ή τις Ριγγλάδες.
Επίσης το 1803 η οικογένεια Κοντού προσετέθη μαζί με άλλες 90 κερκυραϊκές οικογένειες στο βιβλίο των "ευγενών", στο Libro d'oro του νησιού σύμφωνα με τον Ευγένιο Ρίζο Ραγκαβή στον δεύτερο τόμο του έργου του Livre d'or de la noblesse Ionienne, σελ.23.(ΕΠΤΑΝ) (ΛΞΖΑΚ)

-------------------------------------------------------
-Γεώργιος Πλουμίδης,"Επτανήσιοι μισθοφόροι στην Βενετία τον 18ο αιώνα",ανάτυπο από τα "Κεφαλληνιακά χρονικά", τομ. 5 - Εταιρεία Κεφαλληνιακών ιστορικών ερευνών. (ΕΠΤΑΝ)
- Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου / Λεωνίδα Χ. Ζώη.(ΛΞΖΑΚ)
- Βάσος Βογιατζόγλου,Επώνυμα της Μικρασίας,1990 (ΕΠΜΑ)
- Ρουμελιώτες αγωνιστές του '21, Κώστας Κλεφτοδήμος, 1988 (ΡΟΥΜΕΛ)

Επίθετα φίλων αναγνωστών-27/02/12



Βασιλόπουλος- Αρκετά συνηθισμένο επώνυμο, με προφανή προέλευση απο το βαφτιστικό Βασίλειος, με το επίσης σύνηθες τρόπο σχηματισμού επωνύμου με την κατάληξη  -όπουλος. Ως επώνυμο το συναντάμε αρκετές φορές σε πηγές του παρελθόντος, όπως έναν Γεώργιο Βασιλόπουλο την περίοδο 1330-50 στην δυτική Πελοπόννησο, έναν Ιωάννη Βασιλόπουλο στα Κρέστενα το 1354, Βασιλόπουλος Αντώνιος το 1431 στην Πάτρα,  Γιάννης Βασιλόπουλος στην Αμόρανη των Κραβάρων το 1454-5, και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις. (BZP) (ΚΡΑΒ) (LONTOP)


Βουδούρης- Επώνυμο το οποίο έχει την ίδια αρχή με το Μπουντούρης, προέρχεται απο τη δημώδη/διαλεκτική λέξη βουδούρης (μπουντούρης) που δηλώνει το βραχύσωμο και παχύ άνθρωπο .Η λέξη προέρχεται απο το τουρκικό bodur, με την ίδια σημασία.
Στους τηλεφωνικούς καταλόγους το επίθετο (Βουδούρης) εμφανίζεται πάνω απο 1000 φορές , σε πολλές περιοχές της Ελλάδας (π.χ. Πάτρα, Αθήνα, Λιβαδειά, Μυτιλήνη, Εύβοια, Ζαχάρω, Φιγαλεία, Πουλίθρα κ.α. κ.α.), οπότε είναι κάπως δύσκολο να εντοπίσουμε την καταγωγή του επιθέτου απο κάποια συγκεκριμένη περιοχή. Προφανώς σαν λέξη-επίθετο χρησιμοποιούταν αρκετά.
Παρόμοιες μορφές επιθέτων που έδωσε η λέξη : Μπουδουρίδης, Μπουδούρογλου, Μπουδουράκης, Βουδουράκης, Βουδουρέλλης, Βουδουρίδης, Βουδούρογλου, Βουδουρόπουλος κτλ. Η εναλλάγή Μπ>Β και ντ>δ, είναι συνηθισμένη λόγω του λόγιου εξελληνισμού μερικών επιθέτων, βλ. Μπακαλόπουλος>Βακαλόπουλος, Μπογιατζής>Βογιατζής. (ΛΔΗΜ)

Μίχας- Πρόκειται για αρβανίτικη παραλλαγή του ονόματος Μιχαήλ-Μιχάλης. Σε ελληνόφωνους πληθυσμούς η υποκοριστική παραλλαγή του ονόματος ήταν συνήθως “Μίχος”. Παρομοίως παρατηρούμε την ίδια διαφορά μεταξύ υποκοριστικών μορφών σε ελληνόφωνους και αρβανιτόφωνους και σε άλλα βαφτιστικά ονόματα, π.χ. : Νίκος-Νίκας, Δήμος-Δήμας, Βρετός-Βρέτας, Αλέκος-Λέκας κ.α. .
 Ως μορφή βαφτιστικού το έχω βρει στην οθωμανική απογραφή του 1528/9 σε κάτοικο του αρβανιτοχωρίου Κόκλα Μάζι (το χωριό Κόκλα, σημερ. Πλαταιές), Μιχα Γουλάμη. Αλλά και σε απογραφή των χωριών των Κραβάρων, και συγκεκριμένα στο χωριό Βοϊτσά(σημ.Ελατόβρυση) το 1454-5 βρίσκουμε δύο άτομα με αυτό το επώνυμο,  τον Γιάννη Μίχα και τον άγαμο Θόδωρο Μίχα. Προφανώς το ότι το βρίσκουμε σε αυτές τις απογραφές δεν δηλώνει τίποτα για τους φέροντες το όνομα αυτό ως επώνυμο σήμερα, αφού πρόκειται για ένα συνηθισμένο βαφτιστικό στην Ελλάδα, και σε όλο τον ορθόδοξο βαλκανικό κόσμο, που κάνει την συσχέτιση του επωνύμου σε διάφορες περιοχές και περιόδους αμφίβολη.
  Σήμερα το όνομα απαντάται σε Αττική, Κορινθία, Λοκρίδα Φθιώτιδας, Βοιωτία, Αργολίδα, Θεσπρωτία, κ.α. . Και οικισμός στην Αχαΐα με το όνομα Μίχα, προφανώς από κάποιον αρχηγό οικογένειας που είτε πρωτοκατοίκησε εκεί ή ήταν η σημαντικότερη οικογένεια του οικισμού, εξού και η γενική, του Μίχα. (ΚΡΑΒ) (EURIP) {ΤΠΝΜ}


Περδικάρης-Επαγγελματικό επώνυμο, απο το ουσ. περδικάρης(παλαιοτ. περδικάριος), απο το ουσ. πέρδικα(<αρχ.πέρδιξ) και το επίθημα που δηλώνει επάγγελμα –άρης(<ελνστ. –άριος). Πρόκειται δηλαδή για τον κυνηγό περδικών, ή τον έμπορο του κυνηγιού του. Ως επώνυμο αρκετά διαδεδομένο στον ελληνικό χώρο απο παλαιότερες περιόδους. Ενδεικτικά έχω σημειώσει άτομα με αυτό το επώνυμο όπως Άννα Περδικάρη στην Κύπρο το 1318, Περδικάρης στην Πόλη το 1400, Ευστράτιος Περδικάρης στη Λήμνο τον 15ο αιώνα, Περδικάρης (Perdicari) οικογένεια αστών στο Ρέθυμνο του 17ου αιώνα, Νικολός Περδικάρης το 1734 απο το Ληξούρι, Συμεών Περδικάρης στη Βυτίνα το 1823 κ.α.

Πουριανός-  Προφανώς πρόκειται για επώνυμο που δηλώνει καταγωγή απο κάποιον τόπο, και πιο συγκεκριμένα απο το χωριό Πουρί του Πηλίου. Ο κάτοικος του Πουριού δηλαδή, αποκαλείται Πουριανός απο τους κατοίκους των γύρω χωριών. Η κατάληξη και σε πολλά άλλα επώνυμα βλ. Αμοργιανός, Καστοριανός, Σκυριανός, Ψαριανός, Παριανός κτλ. Το γεγονός οτι το επώνυμο απαντάται στη Μαγνησία, και μάλιστα στο Πήλιο ενισχύει την αποψη αυτή. Ενώ ιστορικά το επώνυμο αυτό συναντώ για πρώτη φορά σε γράμμα του Καραισκάκη προς τον Κολοκοτρώνη στις 24 Αυγούστου 1826, καθώς αναφέρεται κάποιος Πουριανός μαζί με έναν Χαλιώτη να ακολουθουν τον Καραϊσκάκη στη φρεγάτα του Δεριγνύ όπου ο αρχιστράτηγος συναντήθηκε με τον Κιουταχή.{ΤΠΝΜ}(MEMOIR)

  -----------------------------------------------------------------------

-Η απογραφή των Κραβάρων στο οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο ΜΜ10 (1454-1455)’, Ναυπακτιακά 15 (2007-2009), Γεώργιος Λιακόπουλος (ΚΡΑΒ)
- Longnon, J., Topping, P., Documents sur le regime des terres dans la Principaute de Moree au XIVe siecle, Paris 1969 (LONTOP)
-- Rural and urban population in the sancak of Euripos in the early 16th Century, Evangelia Balta,  Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών, Αθήνα,1992. (EURIP)
- Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδος, Μιχαήλ Σταματελάτου, Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου. {ΤΠΝΜ}
-Mémoires historiques et militaires sur les événements de la Grèce depuis 1822 jusqu'au combat de Navarin, Τόμος 2, Jean P. Jourdain, σελ.289 (MEMOIR)

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Επώνυμα του παρελθόντος- Stradioti-16ος αιώνας


  Stradioti (ή stratioti, απο το ελληνικό στρατιώτης) ήταν ένοπλα μισθοφορικά σώματα στην υπηρεσία των Βενετών κυρίως απο τον ελλαδικό χώρο, και ιδιαίτερα απο την Πελοπόννησο όπου η βενετσιάνικη παρουσία ήταν πολύ έντονη. 
  Ο Σάθας τον 19ο αιώνα αφιέρωσε τεράστιο κόπο ώστε να φτάσουν σε μας σήμερα αρχεία των βενετικών αρχών με πολλές πληροφορίες για αυτό το τυπικό βαλκανικό μισθοφορικό σώμα, που εξειδικευόταν στον άτακτο πόλεμο αν και στην Ευρώπη χρησιμοποιήθηκαν και σε μεγάλες μάχες, όπως στη μάχη του Φόρνοβο.Εδώ, επειδή μας ενδιαφέρει η ιστορία των επωνύμων, θα παραθέσουμε μια λίστα απο ονοματεπώνυμα  Στρατιωτών απο διάφορους τόμους του ογκωδέστατου έργου του Σάθα Μνημεία ελληνικής ιστορίας: Documents inedits relatifs a l'histoire de la Grece au moyen age, του 16ου αιώνα.

Αγάλης
Michali Agali
Αγιοπαντίτης
Christodulo Agiopanditi
Αλεξόπουλος
Thodaro Alexopulo
Αλιπράντος
Nadal Aliprando
Αρμέσης
Janni Armessi
Βαλάμης
Stamati Vallami
Βαρυμπόμπης
Gigni Varibombi
Βερβέρης
Nicolo Ververi
Βλαντής
Dossa Vladi
Βλάχος
Zorzi Vlacho
Γαμπιέρας;
Alessio Gambiera
Γιαλινάς
Zuan Gialina
Γιαννούλης
Zorzi Janulli
Γκέρμπεσης
Mexa Gerbessi
Γολέμης
Pasqual Gholemi
Γραμματικόπουλος
Zuan Gramaticopolo
Γράψας
Palumba Crapsa
Γριμάνης
Dima Grimani
Δάρας
Zuan Dara
Δράγκιζας
Nicola Drangriza
Δράμεσης
Lecha Dramassi
Ζαπάντης
Leca Xapandi
Ζόγας
Gini Soga
Ζωγράφος
Stephano Sograffo
Ίσαρης
Nicola Issari
Καβαλάρης
Zorzi Cavallari
Καβαλέσης
Marco Cavalesi
Κακαβάς
Nica Cacava
Κάκοσης
Thodaro Cacosi
Καλέντζης
Guma Galengi
Καλιφώνης
Philippo Califoni
Καμπάσης
Progono Cambassi
Καντρέβας
Domenego Candreva
Καπαρέλης
Vreto Capareli
Καράτουλας
Progano Caratola
Καρδατάς
Canachi Cardata
Κασνέσης
Gigni Casnessi
Καταβάτης
Marco Catavati
Κέκης
Mada Checchi
Κλαδάρος
Zorzi Cladaro
Κλαδάς
Teodoro Clada
Κλημέντης
Stigni Clemendi
Κλιμάκης
Dimitri Climachi
Κλισιάς ;
Constantin Clisia
Κλοκάρης
Jani Clocari
Κλώσσης
Chalenzi Clossi
Κοίλιαρης
Zanachi Chiliari
Κόκκινος
Zorzi Cocchino
Κόκλας
Vielmo Cocla
Κόκοτος
Theodoro Cocoto
Κοκρίδας
Dimitro Cochrida
Κομποθέκρας
Andrea Compotechara
Κόντης
Comino Condi
Κοντομύτης
Stamati Condomiti
Κορωναίος
Zuan Coroneo
Κοτούβαλης
Zuan Cotuvali
Κούκης
Vreto Cuci
Κουρτέσης
Zorzi Curtessi
Κούσιας
Dimitri Cussia
Κράνος
Lazaro Crano
Κριεκούκης
Zuan Creocucchi
Κριεμπάρδης
Joni Chriebardi
Κώμης
Joni Comi
Λαλιώτης
Theodoro Laloti


Λάλουκας
Zuan Lalucha
Λαμπέτης
Zorzi Lambeti
Λάτας
Micha Lata
Λογοθέτης
Lecca Logotheti
Λόξας
Nicolo Loxa
Λόπεσης
Nica Lopesi
Λουκέσης
Jani Luchesi
Λούκισας
Proghono Luchissa
Λούσης
Micha Lusi
Λυκουρέσης
Andrea Licuressi
Μαζαράκης
Stigni Masaracchi
Μάζης
Andrea Maxi
Μακρυπόδης
Zorzi Macripodi
Μάνεσης
Lecho Manessi
Μανιάτης
Vasili Magnati
Μανουρέσης
Dima Manuressi
Μαρίζας
Dima Mariza
Μαυρέσης
Andrea Mavressi
Μαυρίκης
Stamati Maurichi
Μαυρογιάννης
Anzolo Mavrojani
Μελέτης
Nicolo Meletti
Μεταξάς
Giacomo Mettaxa
Μορος
Francesco Moro
Μουζάκης
Zorzi Musacchi
Μουρμούρης
Zorzi Murmuri
Μπάρδης
Mira Bardi
Μπαρμπάτης
Lecha Barbati
Μπαρμπάτης
Tonda Barbati
Μπάρτζης
Lecha Barzi
Μπάστας
Petro Basta
Μπεντένης
Progano Bedegni
Μπογδάνης
Grimani Bogdani
Μπόρσας
Leca Borsa
Μπούας
Guma Bua
Μπούζης
Stigni Buxi
Μπουζίκης
Repossius Busichius
Μπούκουρας
Guma Bucura
Μπόχαλης
Constantin Bocali
Νικολίτζης
Andrea Nicolizi
Ντάιζας ;
Lecha Daiza
Παλαιολόγος
Manoli Paleologo
Παναρίτης
Gigni Panariti
Περλεστίνος
Demetrio Perlestino
Πέττας
Donato Petta
Πικέρνης
Piero Pichierni
Πλέσσας
Janni Plessa
Πρίφτης
Andrea Prifti
Προγόνος
Progono
Προκόπης
Dimo Procopi
Ράλλης
Teodoro Rali
Ρεμπέκας
Vreto Rebecha
Ρένεσης
Costa Renessi
Ρώμεσης
Zorzi Romassi
Σαραβάλης
Nicolo Seravalle
Σαρακίνης
Zorzi Sarachini
Σέρβος
Francesco Servo
Σκιαδάς
Pietro Schiada
Σκιαδόπουλος
Manoli Schiadopolo
Σκληρής
Giogni Scliri
Σκούρας
Tonda Scura
Σούλης
Giogni Suli
Σπάτας
Teodoro Spata
Σπηλιώτης
Michali Spilioti
Στεφάνης
Paulo Stefani
Στιμάγκας
Nicolo Stamanga
Στραβάκης
Papa Stravachi
Στρούζας
Zuan Struza
Σχηματάρης
Zorzi Schimatari
Τάτσης
Leca Tacci
Τζαγκαρόπουλος
Thodaro Zancharopulo
Τόσκεσης
Nica Toschessi
Τραχανιώτης
Nicolao Tracagnoti
Τσαμαντάς
Gigni Zamanda
Φλόκας
Vreto Flocha
Φράτης
Zuan Frati
Χαϊκάλης
Micha Caychali
Χαλαμπρέζας
Andrea Calambrese
Χέλμης
Costa Chelmi
Ψάρης
Dimitri Psari
Ψεντάκης
Stati Psendachi

Παρατηρούμε εύκολα οτι το μεγαλύτερο ποσοστό των Στρατιωτών φέρει ονόματα και επώνυμα με εμφανή αρβανίτικη προέλευση. Είναι ήδη γνωστό οτι στα σώματα αυτά οι Αρβανίτες της Πελοποννήσου αποτέλεσαν χρήσιμο ανθρώπινο δυναμικό των βενετσιάνικων συμφερόντων στον Μοριά και όχι μόνο.      Υπάρχουν αρκετά ονοματεπώνυμα προφανώς Ελλήνων μισθοφόρων όπως Θόδωρος Τζαγκαρόπουλος, Μιχάλης Σπηλιώτης, Μανώλης Παλαιολόγος, Θεόδωρος Ράλλης, Φίλιππος Καλιφώνης, Σταμάτης Μαυρίκης, Άντζολος(;) Μαυρογιάννης, Νικολός Μελέτης, Γιακουμής Μεταξάς , Σταμάτης Κοντομύτης, Γιάννης Κορωναίος, Θεόδωρος Κλαδάς, Καταβάτης, Καβαλάρης, Στέφανος Ζωγράφος, Θόδωρος Αλεξόπουλος, Χριστόδουλος Αγιοπαντίτης, Μιχάλης Αγάλης κ.α.
Η πλειοψηφία όμως είναι αρβανίτικης προέλευσης, και πάρα πολλά είναι αυτά τα επώνυμα που έχουν δώσει ονόματα σε χωριά της Πελοποννήσου και της Αττικοβοιωτίας, είτε γιατί εκεί εγκαταστάθηκαν οι φάρες αυτές στα πρώτα μεταναστευτικά κύματα των Αρβανιτών(βλ. Σπάτα Αττικής) είτε γιατί έρημοι τόποι αποδόθηκαν ως πρόνοιες(απο Βενετούς και σε ομάδες οικογενειών με τον ίδιο επώνυμο ή με αρχηγό της «κατούνας» με το συγκεκριμένο επώνυμο.
Πολλά απο αυτά τα επώνυμα απαντώνται σήμερα στα Ιόνια νησιά όπου τον 15-16 αιώνα βρήκαν άσυλο εκατοντάδες Στρατιώτες μαζί με τις οικογένειές τους όταν η Βενετία έχασε και τα παραδοσιακά της στηρίγματα, φρούρια κλειδιά όπως την Κορώνη, Μεθώνη, Μονεμβασιά, Ναύπλιο κ.α..