Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Επαγγελματικά επίθετα, μέρος 1/20


Αβγουλάς- Ο αβγοπώλης, ο μεταπωλητής αυγών. Από το υποκοριστικό του αυγού-αυγούλι(αβγούλι), συν το επίθημα –άς που συνήθως δηλώνει επάγγελμα που σχετίζεται με την πρώτότυπη λέξη, βλ. φανάρι-φαναράς, κανάτι-κανατάς κ.α.

Αγωγιάτης- Από το δημώδες αγωγιάτης,  ο επαγγελματίας που κάνει μεταφορές με ζώα(μουλάρια ή άλογα), αλλιώς κυρατζής. Οι Βλάχοι της Πίνδου ξεχώριζαν με αυτή την ιδιότητα, και τα καραβάνια τους ήταν φημισμένα, στην βλάχική γλώσσα παλαιότερα για το επάγγελμα αυτό χρησιμοποιούταν η λέξη turnari(βλ. επών. Τουρνάρης)  {Λ.Τ.}

Αμπατζής-  Από το δημ. αμπατζής, ο ράπτης και πωλητής δερμάτων από αμπά, η λέξη από το τουρκ. abaci.

 Ανυφαντής/Αυφαντής- Από το δημ. ανυφαντής(μεσν. ανυφάντης), ο εξ επαγγέλματος υφαντής, αυτός που υφαίνει. Και Αλυφαντής, Αλφαντής.

Το συναντάμε μεταξύ άλλων:
# Στο χωριό Μπεζάνι της Εύβοιας, στην οθωμανική απογραφή του 1474, έναν Γιάννη Αυφαντή.
#Στο χωριό Κήπος της Εύβοιας, στην ίδια απογραφή, πάλι έναν Γιάννη Ανυφαντή. Στο χωριό Βουνό(Vunus) της Εύβοιας τον Γιώργο Αυφαντή, στο χωριό Άγιος Νικόλας το Νικόλα Ανυφαντή.
Συναντάμε και τον Ιωάννη Ανυφαντή στη Λήμνο το 1346.
# Επίσης συχνό και με τη συνηθέστερη μορφή Υφαντής: Υφαντής στην Ιερισσό το 1321, Γεώργιος Υφαντής το 1317 στην περιοχή των Σερρών, Γεώργιος Υφαντής στη Λήμνο το 1304, Ιωάννης Υφαντής στη Θεσσαλονίκη το 1356, Κυριάκος Υφαντής στη Γοματού το 1321 κ.α.
(ΛΔΗΜ)(ΕΥΒΟΙΑ)(BZP)

Αδραχτάς/Αδράχτας- Από το δημωδ. αδράχτι, το κυλινδρικό ξύλο στο οποίο τυλίγεται το νήμα που παράγεται κατά το γνέσιμο του μαλλιού,< μσν. αδράχτι<ελνστ. ἀδράκτιον υποκορ. τουἄδρακτος.Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 15ο αι., αναφέρεται ένας Αδραχτάς Μιχαήλ.(ΛΤ) (BZP)

Ακτάρης- Ο αχτάρης και αχτάρης, ο έμπορος μυρωδικών, μπαχαρικών κ.α. αρωματικών προϊόντων και φαρμάκων, ψιλικατζής, μυροπώλης, φαρμακοπώλης. Η λέξη από το τουρκ. aktar, με την ίδια έννοια. (ΛΔΗΜ)(ΕΠΜΑ)

Αλειμματάς- Παλαιότερο επώνυμο, από τη λέξη αλειμματάς, αυτός που αλείφει κάτι, ο νοθευτής-έμπορος του βουτύρου, και μεταφορικά αυτός που πετυχαίνει με λάδωμα, με δωροδοκίες.
# Ως επώνυμο το συναντάμε στην Κεφαλονιά, το 1262, καθώς βρίσκουμε κάποιον Λέων Αλειμματά κάτοικο του νησιού. Και σήμερα ως τοπωνύμιο στο νησί, προφανώς σχετιζόμενο με το συγκεκριμένο επίθετο. (ACTA)

Αλετράς- Από το δημώδες αλετράς,ο κατασκευαστής αλετριών( αλέτρι, το)<ουσ. άλετρον. Ο αροτροποιός.{ΗΠΓΛ}

Αλευράς- Από το ν.ε. αλευράς, ο αλευροπώλης,παροιμ. «αλευράς και πεινασμένος δε γίνεται». <αρχ. ἄλευρον .

#Ως επώνυμο το συναντώ πρώτη φορά το 1436, έναν Σταμάτη Αλευρά. (ΛΔΗΜ) (BZP)

Αλογάρης- Ο αλογάς, αλογατάρης, ο εκτροφέας και έμπορος αλόγων. (ΛΤ)(ΜΣΚ)(ΛΔΗΜ)

Αμανετζής-
 i)Ο ιδιωτικός ταχυδρόμος, που μεταφέρει αμανέτια, συσκευασμένα δέματα.
ii)Αλλά και ο αμανετζής, αυτός που τραγουδάει αμανέδες, κατ’επάγγελμα ή όχι.
iii)  Από το τουρκ. amanet, παρακαταθήκη-ενέχυρο, σύμφωνα με τον Βογιατζόγλου. Το «Αμανατίδης» ίσως πρόκειται για λόγιο εξελληνισμό του επιθέτου Αμανατιτζής, που σχετίζεται με τον δημώδες αμανατιτζής, ο ενεχυροδανειστής. Αυτός δηλαδή που παρακρατούσε κάτι ως παρακαταθήκη-ενέχυρο, αμανάτι ή αμανέτι, για να το παραδώσει σε άλλον.  (ΕΠΜΑ) (ΛΔΗΜ)

Αμαξάρης/Αμαξάς- Από τις δημώδεις λέξεις, αμαξάς και αμαξάρης, ο επαγγελματίας οδηγός άμαξας, ο καροτσέρης, <μεσν. αμαξάς.
# Ως επώνυμο το συναντάμε αρκετές φορές σε παλαιότερες πηγές:
-Μάυρος Αμαξά, πάροικος της Καισαρόπουλης στη Θράκη το 1318
-Αμαξάρης, κτηματίας στη Θεσσαλονίκη το 1316
-Αμαξάς, κτηματίας στη Χαλκιδική το 1312
-Νικηφόρος Αμαξάς, κάτοικος Σερρών το 1321
-Γεώργιος Αμαξάρης, πάροικος στη Σαρανταρέα Χαλκιδικής, το 1321
κ.α.

Αμέλίδης-  Από το ιδιωματικό (Πόντος, Θράκη, Κων/πολη, Ηπειρ. Μακεδ.) αμελές, ο. Ο εργάτης< τουρκ. amele. Παλαιότερα αμέλης , ο υπεύθυνος για την υποδοχή και φιλοξενία των ξένων στον κοινοτικό ξενώνα του χωριού, στο «αμελικό».

Αμπελάς- Από το δημώδες αμπελάς, ο ιδιοκτήτης ή και καλλιεργητής αμπελιών, <αρχ. άμπελος συν το παραγ. επίθημα –άς.
#Ως επώνυμο το συναντάμε από την παλαιολόγεια εποχή:
-Αμπελάς- κτηματίας στους Σταυράκιους Χαλκιδικής, το 1320-21.
-Θεόδωρος Αμπελάς, ιερέας το 1392
-Αμπελάς, κτηματίας στην Κεφαλονιά, το 1264
-Κωνσταντίνος Αμπελάς στο Νεοχώριο της Σμύρνης το 1293
-Μιχαήλ Αμπελάς, το 1395 στην Πάτρα
κ.α. (ΛΔΗΜ) (BZP)

 Βαστάζος- Από το δημ. βαστάζος , ο αχθοφόρος, ο χαμάλης. Η λέξη από το αρχ. βαστάζων, του ρήματος βαστάζω. (Λ.Τ.)

Βουτσάς/Βουτζάς-από τη λέξη βούτσι+ επαγγελ. καταλ. -άς, βαρέλι. Β.=βαρελάς. (Τριαντ.),< ελνστ. βούτις.{ΤΟΖ}

Γούναρης- Από το δημ. γούναρης, επαγγελ., γούναρης(ή γουνάρης), ο γουναράς, ο παραγωγός ή ο πραματευτής γουνών. Η λέξη ήδη από τον 5-6 αιώνα. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τα μέσα του 13ου αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Νικόλαος Γούναρης ως πάροικος της Ιερισσού της Χαλκιδικής. {ΜΣΚ}(BZP)

Γραμματικός/Γραμματίκας/Γραμματικόπουλος κ.α.- Από το δημώδ. γραμματικός, ο γραμματέας, από το αρχ. ουσ. γραμματικός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14οαιώνα, καθώς μεταξύ άλλων αναφέρονται οι Γεώργιος Γραμματικός-Βέρροια-1338, Γραμματικόπουλος-Κρήτη-1452, Μιχαήλ Γραμματικός-Ραδόλιβος(Σέρρες)-1316, κ.α. (ΛΔΗΜ) (BZP) {ΜΣΚ}

Δεβετζής/Ντεβετζής- Από το παλαιότερο επαγγελματικό δεβετζής, ο οδηγός καμήλας. Deve, η καμήλα στα τουρκ. (ΛΔΗΜ)

Δεμερτζής/Τεμερτζής/Δεμιρτζής/Ντεμιρτζής- Από το παλαιότερο επαγγελματικό δεμιρτζής(με όλες τις παραπάνω παραλλαγές), και δήλωνε τον σιδερά, σιδηρουργό, τον γύφτο(η λέξη γύφτος πολλές φορές δήλωνε το σιδηρουργό λόγω της αποκλειστικής σχεδόν απασχόλησης των γύφτων, ειδικά στα αστικά κέντρα και τις κωμοπόλεις, με τη σιδηρουργία. Η λέξη από το τουρκικό demirci, όπου demir το σίδερο και η κατάληξη –ci η γνωστής και σε μας επαγγ. –τσής/-τζής. (ΛΔΗΜ)

Δουλγέρης/Τουλγέρης-  Απο το παλαιότερο επαγγελματικό δουλγέρης, ο μαραγκός, ο κτίστης. Από το τουρκικό dülger, με την ίδια έννοια.

Δραγάτης- Από το δημώδες δραγάτης, ο αγροφύλακας και κυρίως ο φύλακας των αμπελιών. Και ρήμα δραγατεύω, ‘είμαι δραγάτης’. Η λέξη ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια, βλ.αρχιδραγάτης. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή. (ΛΔΗΜ)(ΜΣΚ)(BZP)

Επιτροπάκης- Από το μεσαιων. επίτροπος, ο τοποτηρητής, ο προεστός αλλά και ο εκπρόσωπος και ο εκτελεστής διαθήκης. Και ως εκκλησιαστικό αξίωμα. Η λέξη αρχαία, ουσ. επίτροπος. (ΜΣΚ)

Ζευγάς- Από το δημώδες επαγγελματικό ζευγάς, ο γεωργός, από το ουσιαστικό ζευγός και την επαγγελματική κατάλ. –άς. Γνωστή το γνωμικό «Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς.». Ως επώνυμο, με τη μορφή Ζευγής, το 13ο αιώνα στη Στρούμιτζα της Μακεδονίας (σήμερα Σκόπια) και Πρωτοζευγής Μιχαήλ πάροικος στη Βέρροια το 1338. (ΜΣΚ) (BZP)

 
Ζευγολάτης- Από το δήμώδες επαγγελματικό ζευγολάτης-ζευγηλάτης, ο γεωργός, ο ζευγάς. Από το αρχ. ζευγηλάτης. 

Ζωγράφος- Από το δημώδες επαγγελματικό ζωγράφος, απο το ελνστ. ζωγράφος. Ως επώνυμο είτε λόγω της ιδιότητας του ζωγράφου, συνήθως βυζαντινής εικονογραφίας και τοιχογραφίας, είτε λόγω του σπάνιου μαρτυρημένου βαφτιστικού Ζωγράφος και Ζωγράφω(θηλυκό).

#Ως επώνυμο το συναντάμε στην Κω, το 1216 καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Ζωγράφος.

#Ως θηλυκό βαφτιστικό, Ζωγράφω, το 1460-63, στο χωριό Σιμόπουλο, της περιοχής της Πηνείας Ηλείας. [ASEN] [ACTA]

Θαλασσινός- Από το δημ. θαλασσινός<αρχ. θάλασσα. i) Η λέξη δήλωνε, τον κατ’επάγγελμα θαλασσινό, δηλαδή ναυτικό ή ψαρά. ii) Αυτόν που καταγόταν από παραλιακά μέρη, ή νησιωτικά, σε αντίθεση του στεριανού.

#Ως επώνυμο ήδη από την παλαιολόγεια εποχή. Συναντάμε τους:
-Θαλασσηνός, κάτοχος κτήματος στην Κωνσταντινούπολη το 1323
-Θαλασσηνός, κάτοχος κτήματος στην Πτελέα Χαλκιδικής το 1321
-Θεόδωρος Θαλασσηνός, υμνογράφος τον 15ο αιώνα
-Ιάκωβος Θαλασσηνός, ιερομόναχος το 1466 στην Κεφαλονιά
-Ματθαίος Θαλασσηνός, ιερέας στην Κωνσταντινούπολη το 1324
κ.α. όπως η γνωστή αρχοντική οικογένεια των Θαλλασηνών που έδρασε σε αυτή την εποχή. (BZP) (ΛΔΗΜ)


Μαρινάρος- Από το δημώδ. μαρινάρος, ο ναυτικός, ο θαλασσινός, ο ψαράς. Η λέξη δάνειο από τα ιταλικά, marinaro, με την ίδια έννοια. Με την ίδια έννοια και η δημώδ. λέξη από τα τουρκικά γεμιτζής.



Καζαντζής (Καζαντζάκης, Καζαντζίδης, Καζαντζόπουλος κ.α.)- Από το δημώδες καζαντζής, ο λεβητοποιός, ο κατασκευαστής ή πωλητής καζανιών. Σαν λέξη, δάνειο από το τουρκ. kazancι, με την ίδια έννοια. Και το ουσιαστικό, καζάνι, και ο σχηματισμός επαγγελματικών ονομάτων με την κατάληξη –cι (-τζής, -τσής) έχουν περάσει στο δημώδες ελληνικό λεξιλόγιο. (ΛΔΗΜ)(ΛΤ)

Καζάσης/Καζάζης- Από το δημώδες καζάζης, ο μεταξουργός, αυτός που κατεργάζεται το μετάξη. Η λέξη από το μεσαιωνικό ελλ. καζάζης και αυτό με τη σειρά του δάνειο από την τουρκική, kazaz, με την ίδια έννοια. (ΛΔΗΜ) (ΛΤ)

Καϊξής/Καϊκτζής- Από το δημώδες καϊξής-καϊκτσής-καϊκτζής, ο ιδιοκτήτης ή χειριστής του καϊκιού, της βάρκας. Η λέξη δάνειο από την τουρκική kayιkcι, με την ίδια έννοια.

Καλόγερος-Από το δημώδες καλόγερος, ο μοναχός. Σαν επώνυμο μπορεί να προέρχεται από :
i) Την ιδιότητα κάποιου, ως μοναχός-καλόγερος, που λογικά πρέπει να μην ίσχυε για πάντα ώστε να περάσει ως επώνυμο στους απογόνους του. ii) Πιθανότερη είναι η εκδοχή, τα περισσότερα παρόμοια επώνυμα να προέρχονται από τη συνήθεια να δίνεται ως βαφτιστικό, εξού και η διάδοσή του. iii) Ακόμα λιγότερο πιθανή από την πρώτη εκδοχή, μερικά επώνυμα να προέρχονται από παρόμοια παρατσούκλια, που ίσως δίνονταν επειδή χαρακτήριζε τον φέροντα η μοναχικότητα.
# Ως επώνυμο το συναντάμε όχι λίγες φορές σε παλαιότερες πηγές:
-Ιωάννης Καλογεράς, 1432 στην Αθήνα.
-Καλόγερος, ψαράς στον Στρυμώνα το 1322
-Καλόγερος, κτηματίας στις Σέρρες το 1339
-Κυριάκος Καλογεράς το 1474,στις Ροβιές της Εύβοιας.
-Δημήτρης Καλόγιρος το 1474, στον Άγιο Ιωάννη της Εύβοιας.
Και στη νότια Ιταλία, ως επώνυμο όχι σπάνιο καθώς απαντάται σε 216 οικισμούς. (ΛΔΗΜ) (ΛΤ) (BZP) (BALTA)

Κανατάς- Από το δημώδες κανατάς, ο κατασκευαστής ή πωλητής κανατιών. Η λέξη από το μεσν. κανάτι, είδος πήλινου αγγείου, μικρή στάμνας.


Σημείωση: Οι συντομέυσεις εδώ. 

1 σχόλιο:

  1. Καλησπέρα! Θα ήθελα να μάθω αν είναι εύκολο για την προέλευση του επωνύμου "Σκαρπέλος" στην περιοχή των Γαβρακίων Δομοκού (Φθιώτιδα) και πότε εμφανίστηκε. Γνωρίζω πως πριν η οικογένεια μου (Σκαρπέλος ) μέχρι περίπου το 2ο μισό του 19ου αιωνα είχε το επίθετο "Αγγελής" και διέμενε στο Μοσχοχώρι Φθιώτιδας ώσπου μετανάστευσαν στα Γαβρακια λογω "βεντέτας" ενός προγόνου μου με Τούρκο. Επίσης κατά πάσα πιθανότητα το Αγγελής εμφανίζεται γύρω στα 1800 (?). Ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή