Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Ετυμολογίες και ερμηνείες επωνύμων-31/07/09

Βεργής- Επώνυμο από το βαφτ. Βεργής, ήδη από την παλαιολόγεια εποχή ως βαφτιστικό και ως επώνυμο(1370-Πόλη,1301-Χαλκιδική, κτλ). Το βαφτ., και ως Βεργής, Βέργος, Βέργω προήλθε από τη λέξη βεργί, ευλύγιστη ράβδος. Παρόμοια βαφτιστικά που βασίστηκαν σε αντικείμενα μπορούν να θεωρηθούν τα Συρμώ-Συρμή(σύρμα),Βελούδω(βελούδω),Μπαλάσης (μπαλάσι, είδος πολύτιμου λίθου),Πιπερώ(πιπέρι) και αρκετά άλλα που δεν χρησιμοποιούνται πλέον. (BZP) (ΣΨΘΡΑ)

Καρύκης- Από το ιδιωμ. καρύκι, το «μήλο του Αδάμ», σχετικό με το κάρυον, το καρύδι. Καρύκης, επώνυμο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16ο αιώνα, γόνος ιστορικής οικογένειας της Αθήνας. (ΛΔΗΜ)

Κρούσκας- Από το αρβαν. krushk, ο κουμπάρος, και ο ανύπαντρος συγγενής, <*kushker<λατιν.consocer ”πεθερός”.{ALBD}

Κορμπάκης/Κορμπόπουλος- Από το ιδιωμ. κόρμπα(η), κόρμπος(ο), ο μούλος, και κυρίως ο μαύρος, ο σκούρος, χαρακτηρισμών μαύρων αιγοπροβάτων. Η λέξη στα τσακώνικα, αλλά και τουλάχιστον σε όλη την Πελοπόννησο, <λατ.corvus-κοράκι. (ΛΞΤΣ)

Λεκκός/Λεκός- Από το ιδιωμ.(Τσακώνικό) λεκός(ο),λεκό(το), ο λευκός, και Λεκκάκος. Το τελευταίο μπορεί να συνδέεται με το αρβαν. Λέκας, υποκορ. του Αλέξανδρος. (ΛΞΤΣ)

Ντάφλας/Ντάφλης-Κυρίως μητρωνυμικά, από το βαφτ. Νταφλώ<υποκορ. του Τριανταφυλλιά, ή από το αρσ. Βαφτ. Ντάφλας <υποκορ. μορφή του Τριαντάφυλλος. (ΣΨΘΡΑ)

Παπούλιας- Από το δημωδ. παπούλιας-παπούλης, υποκορ.του παππούς, και ο γέρος ιερέας. Οι κατάλ. –ούλης/-ούλιας, συνηθέστατες σε επώνυμα, προέρχονται από το μσν. επίθημα -ούλι(ν). Σε επώνυμα η κατάλ.-ούλης τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, πρβλ.Σακκούλης, Γιαννούλης(1402-Κρήτη),Φωτούλης(1318-Στρυμών),Καρδούλης(1303-Χαλκιδική) κτλ. Σήμερα βλ.Γιαννούλης-Γιαννούλιας,Φωτούλης- Φωτούλιας, κτλ (BZP)(ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

Πέπανος- Από το αρχ & μεσν πέπανος και πεπανός,ο ώριμος, τρυφερός και μαλακός,βλ. Προδρ(2,170) «-και συναγρίδα πεπανή, ω θε μου, μαγειρία». Ως επώνυμο αναφέρεται, τουλάχιστον, τον 13ο αιώνα σε Πόλη, Σέρρες, Χαλκιδική, Φιλαδέλφεια, Λέρος, κτλ.. Πέπανος Αντώνιος , Πατρινός ολυμπιονίκης του 1896.(BZP) (ΛΔΗΜ)

Πιγκέρνης- Από το μεσν. πιγκέρνης,ο επικέρνης, ο οινοχόος. Επώνυμο βυζαντινής οικογένειας, και τοπωνύμιο σε Αττική και Αρκαδία,Πιγκέρνι ή σωστότερα Πιγκέρνη(του). (ΛΔΗΜ)

Πιπίνης- Μητρωνυμικό από το βαφτ. Πιπίνη, υποκορ. του Δεσποίνη<Δέσποινα. Τη μορφή αυτή συνάντησα στις πηγές για την διάλεκτο των Σαράντα Εκκλησιών της ανατολικής Θράκης, προ των ανταλλαγών, δεν αποκλείεται να εμφανίζεται και σε άλλες περιοχές. (ΣΨΘΡΑ)

Σκουντής- Από το ιδιωμ.(Κρήτη) σκουντί, το κυνηγετικό σκυλί, και τοπ.παροιμία , «το σκουντί από μητάτο κι ο άνθρωπος από γενιά». (ΛΔΗΜ)

Σκαραμαγκάς- Επώνυμο που δηλώνει τον κατασκευαστή σκαραμαγγίων, πολυτελές ύφασμα επι Βυζαντίου, συνήθως φερόμενο από τους αυτοκράτορες. Μεγάλη βυζαντινή οικογένεια με κλάδους σε Πόλη, Χίο και Αθήνα, εξού και το τοπωνύμιο Σκαραμαγκά Αττικής. (ΛΔΗΜ)

Σκαρμούτσος- Από το δημωδ, σκαρμούτσο, στήλη μεταλλικών κερμάτων σε χάρτινο περίβλημα, το φυσέκι,φουσέκι.<ιταλ. (ΛΔΗΜ)

Στούπας- Από το δημωδ. στούπα, στουπί(μάζα από υφαντικές ίνες) που βάζεται μέσα στα καλαμάρια για συγκράτηση του μελανιού. Και Στουπάς, ο κατασκευαστής ή έμπορος στουπιών, <μσν. στουπί < ελνστ. στουππίον < αρχ. στυππεον. (ΛΔΗΜ) (ΛΤ)

Τζήρος/Τσίρος/Τσιρογιάννης/Τσιρονίκος κοκ- Από το μεσν. & δημωδ. τζήρος, τσίρος, κυριολ. άπαχο αποξηραμένο σκουμπρί, και μεταφορικά για ανθρώπους, ο πολύ αδύνατος, ο ξερακιανός, εξού και Τσιρογιάννης, Τσιρονίκος κ.α., ο αδύνατος Γιάννης, Νικός κοκ,<μσν. τσίρος ίσως < ελνστ. κιρρίς. (ΛΔΗΜ)(ΛΤ)

Τζιμούρης/Τσιμούρης- Από το μεσν. τζιμούρι, αλλιώς το τσιμπούρι, ο κυνοραιστής. Μεταφορικά ο ενοχλητικός, αυτός που δεν ξεκολάει, <ελνστ. τσιμούριον. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιών. στη Χαλκιδική.(ΛΔΗΜ)(ΛΤ)(BZP)

Τσινιάρης/Τσινάρης- Από το δημωδ. τσινάρης/τσινιάρης, από το ρήμα τσινάω και την κατάλ. –άρης, αυτός που κλοτσάει, και χορός στην Κρήτη,τσινιάρης.< μσν. τσιν(ώ)-άω, < *τινώ < τινάζω .(ΛΔΗΜ)(ΛΤ)

Φαρής/Φάρης- Από το μεσν. & δημωδ. φαρί, ο πολεμικός ίππος, Χρον.Μορέως «οι καβαλλάροι επέζεψαν απάνω εκ τα φαρία», < από τα αραβικά. (ΛΔΗΜ)

Φλάσκας/Φλασκάς- Από το δημωδ. φλάσκας, αυτός που έχει φουσκωμένα μάγουλα, ο πρησκομάγουλος, από το φλάσκα-φλασκί, δοχείο νερού, κρασιού κ.α., <μσν. φλασκίον υποκορ. του φλάσκ(α) -ίον < μσνλατ. Flasca. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα ,αναφέρεται κάποιος κάτοικος της περιοχής Σερρών,Φλασκάς Βασίλειος(ΛΤ)(ΛΔΗΜ)(BZP)

Φλάρης/Φλάρος- Από το δημωδ. φλάρος-φλάρης, ο καθολικός ιερέας, και εκφρ. –τον κακό σου το φλάρο-. <βεν. frar `καλόγερος΄.(ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

Χαρβαλιάς- Από το δημωδ. χάρβαλο, κάθε τι που δεν στέκει καλά, το αχρηστευμένο, το ερείπιο, μεταφορικά επι προσώπου, ο καταβεβλημένος από γερατιά ή αρρώστια.< μσν. χάρβαλον< < *χάλαβρον << αρχ. *χαλαβρός (τ. παράλλ. του αρχ. χαλαρός).Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα με μορφές όπως Χαρβαλάς και Χαρβαλός, στην περιοχή της Χαλκιδικής.(ΛΤ) (ΛΔΗΜ) (BZP)

Χουλιάρας- Από το δημωδ. χουλιάρα, το χουλιάρι, το κουτάλι, και μεταφορικά ως χαρακτηρισμός ανθρώπων αυτός που αναμειγνύεται σε ξένες υποθέσεις, ο συκοφάντης, ο κουτσομπόλης. Παρατσούκλι του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Χουλιάρι<ελνστ. κοχλιάριον (χοχλιάριον). (ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

-Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit,Erich Trapp, Hans-Veit Beyer, Ewald Kislinger, Ioannis Leontiadis (BZP)

- Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών,1905- (ΣΨΘΡΑ)

-Δημητράκου. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης (ΛΔΗΜ)

-Vladimir Orel- Albanian Etymological Dictionary. {ALBD}

-Λεξικόν της τσακωνικής διαλέκτου, Deffner, Michael (ΛΞΤΣ)

-Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη. {Λ.Τ.}

8 σχόλια:

  1. Τσιναρης μπορεί να βγαινει και από την τουρκικη λέξη Τσιναρι που σημαινει πλατανος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπογδάνος τι μπορεί να σημαίνει?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μόνο συγχαρητήρια μπορεί να σας δώσει κάποιος. Για το Μποβιάτσης γνωρίζετε κάτι; Νομίζω ότι μπορεί να έχει σχέση με το Ιταλικό buon viaggio (καλο ταξίδι), αλλά δεν είμαι σίγουρος. Γνωρίζετε κάτι σχετικά;
    Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή