Αλικάκης(Αλικάκος)- Σχετικό με το τουρκ.alik, το φτιασίδι, η ερυθρότητα(ΕΠΜΑ)
Βρετός/Βρεττός/Βρεττάκος- Από το ν.ε. βρετός<αρχ.ευρετός, επίθετο που λεγόταν για τα μικρά παιδιά που έβρισκαν και τελικά υιοθετούσαν. (Λ.Μ)
Βηλαράς-Από το μεσν./νεοελλ.βηλάρι,το. 1) Ύφασμα του αργαλειού, 2) Παραπέτασμα: να σηκώσουν τα βηλάρια του μίσκαν,<λατ. velarium,η λέξη στα ελληνικά :‑ιον τον 6. αι. και ‑ιν το 10. αι.,{ΜΣΚ}
Γιουρούκης- Από το τουρκ.yürük, ο γρήγορος στα πόδια, ο νομάς(ΕΠΜΑ)
Γκιόκας- Από το τουρκ. gök, ο γαλάζιος, γαλαζωπός(ΕΠΜΑ)
Δάβαρης(Δαβαράκης,Ντάβαρης)- Από το τουρκ. davar, η κατσίκα, το κοπάδι.(ΕΠΜΑ)
Καμπάς- Από το τουρκ. Kaba,ο χοντρός, άξεστος.(ΕΠΜΑ)
Καναβάς- Από το τουρκ.kanave,ο φαλακρός.(ΕΠΜΑ)
Καπάνταης- Από το τουρκ.kabadayi,ο παλληκαράς(ΕΠΜΑ)
Καραμανλής(Καραμάνης κτλ)- Από το τουρκ. karaman, ο μαυριδερός, ή ο καταγόμενος από την Καραμανία. Παρόμοια μη πατριδωνυμική χρήση του παραγωγικού επιθήματος -li(λής) μπορούμε να τη συναντήσουμε στα νεοελληνικά λεξιλογικά δάνεια απο την τουρκική μερακλής, μπελαλής, παραλής(παράς-λεφτά), σεβνταλής κτλ. Φυσικά η περίπτωση να σχετίζεται το επώνυμο με την περιοχή της Τουρκίας Karaman δεν είναι καθόλου απίθανη, απλώς δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε κάθε περίπτωση πως χρησιμοποιείται το παραγωγικό επίθημα -λής(τουρκ. li) (ΕΠΜΑ) και (ΛΜ)
Καρούνης- Από το τουρκ. karun, ο βαθύπλουτος
Κάτσικας- Από το τουρκ.kaçik,φευγάτος ή κουτσός(ΕΠΜΑ)
Κοκόζης- Από το τουρκ. kokoz, ο φτωχός, ενδεής.(ΕΠΜΑ)
Κοτζαλής(Κοτσαλίδης,Κοτσαλής)- Από το τουρκ. kocali, η παντρεμένη γυναίκα.(EΠMA)
Κοτζάς(Κοτζιάς, Κοτζακίδης)- Από το τουρκ. koca, ο μεγάλος, πρβ. Κοτζαγιάννης, Κοτζαγεώργης κτλ.(ΕΠΜΑ)
Κουλακμάνης- Από το τουρκ.kulak, αυτιάς, συν το επιτακτικό μόριο -μάν(ης), "αυτάρας".(ΕΠΜΑ)
Μαντάς- Ίσως σχετικό με το τουρκ. manda, το βουβάλι(ΕΠΜΑ)
Μαντούκας(Μαντούκογλου)- Ίσως σχετικό με το τουρκ. mantik, λογική.(ΕΠΜΑ)
Μεϊμάρης/Μεϊμεράκης- Από το τουρκ. mimar, ο αρχιτέκτωνας.(ΕΠΜΑ)
Μπερμπάτης- Από το τουρκ. berbat, ο ρυπαρός, ακάθαρτος, χαλασμένος.(ΕΠΜΑ)
Μπουντούρης- Από το τουρκ. bodur, μικρούτσικος, νάνος.(ΕΠΜΑ)
Ναλμπάντης- Από το τουρκ. nalbant, ο πεταλωτής.(ΕΠΜΑ)
Τζομάκας (Τζουμάκας) -Από το τουρκ. çomak, το ρόπαλο.(ΕΠΜΑ)
-Βάσος Βογιατζόγλου,Επώνυμα της Μικρασίας,1990,(ΕΠΜΑ)
-Γ.Μπαμπινιώτης, Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας,(Λ.Μ)
-Εμμανουήλ Κριαράς,Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669), . {ΜΣΚ}