Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Επαγγελματικά επίθετα, μέρος 1/20


Αβγουλάς- Ο αβγοπώλης, ο μεταπωλητής αυγών. Από το υποκοριστικό του αυγού-αυγούλι(αβγούλι), συν το επίθημα –άς που συνήθως δηλώνει επάγγελμα που σχετίζεται με την πρώτότυπη λέξη, βλ. φανάρι-φαναράς, κανάτι-κανατάς κ.α.

Αγωγιάτης- Από το δημώδες αγωγιάτης,  ο επαγγελματίας που κάνει μεταφορές με ζώα(μουλάρια ή άλογα), αλλιώς κυρατζής. Οι Βλάχοι της Πίνδου ξεχώριζαν με αυτή την ιδιότητα, και τα καραβάνια τους ήταν φημισμένα, στην βλάχική γλώσσα παλαιότερα για το επάγγελμα αυτό χρησιμοποιούταν η λέξη turnari(βλ. επών. Τουρνάρης)  {Λ.Τ.}

Αμπατζής-  Από το δημ. αμπατζής, ο ράπτης και πωλητής δερμάτων από αμπά, η λέξη από το τουρκ. abaci.

 Ανυφαντής/Αυφαντής- Από το δημ. ανυφαντής(μεσν. ανυφάντης), ο εξ επαγγέλματος υφαντής, αυτός που υφαίνει. Και Αλυφαντής, Αλφαντής.

Το συναντάμε μεταξύ άλλων:
# Στο χωριό Μπεζάνι της Εύβοιας, στην οθωμανική απογραφή του 1474, έναν Γιάννη Αυφαντή.
#Στο χωριό Κήπος της Εύβοιας, στην ίδια απογραφή, πάλι έναν Γιάννη Ανυφαντή. Στο χωριό Βουνό(Vunus) της Εύβοιας τον Γιώργο Αυφαντή, στο χωριό Άγιος Νικόλας το Νικόλα Ανυφαντή.
Συναντάμε και τον Ιωάννη Ανυφαντή στη Λήμνο το 1346.
# Επίσης συχνό και με τη συνηθέστερη μορφή Υφαντής: Υφαντής στην Ιερισσό το 1321, Γεώργιος Υφαντής το 1317 στην περιοχή των Σερρών, Γεώργιος Υφαντής στη Λήμνο το 1304, Ιωάννης Υφαντής στη Θεσσαλονίκη το 1356, Κυριάκος Υφαντής στη Γοματού το 1321 κ.α.
(ΛΔΗΜ)(ΕΥΒΟΙΑ)(BZP)

Αδραχτάς/Αδράχτας- Από το δημωδ. αδράχτι, το κυλινδρικό ξύλο στο οποίο τυλίγεται το νήμα που παράγεται κατά το γνέσιμο του μαλλιού,< μσν. αδράχτι<ελνστ. ἀδράκτιον υποκορ. τουἄδρακτος.Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 15ο αι., αναφέρεται ένας Αδραχτάς Μιχαήλ.(ΛΤ) (BZP)

Ακτάρης- Ο αχτάρης και αχτάρης, ο έμπορος μυρωδικών, μπαχαρικών κ.α. αρωματικών προϊόντων και φαρμάκων, ψιλικατζής, μυροπώλης, φαρμακοπώλης. Η λέξη από το τουρκ. aktar, με την ίδια έννοια. (ΛΔΗΜ)(ΕΠΜΑ)

Αλειμματάς- Παλαιότερο επώνυμο, από τη λέξη αλειμματάς, αυτός που αλείφει κάτι, ο νοθευτής-έμπορος του βουτύρου, και μεταφορικά αυτός που πετυχαίνει με λάδωμα, με δωροδοκίες.
# Ως επώνυμο το συναντάμε στην Κεφαλονιά, το 1262, καθώς βρίσκουμε κάποιον Λέων Αλειμματά κάτοικο του νησιού. Και σήμερα ως τοπωνύμιο στο νησί, προφανώς σχετιζόμενο με το συγκεκριμένο επίθετο. (ACTA)

Αλετράς- Από το δημώδες αλετράς,ο κατασκευαστής αλετριών( αλέτρι, το)<ουσ. άλετρον. Ο αροτροποιός.{ΗΠΓΛ}

Αλευράς- Από το ν.ε. αλευράς, ο αλευροπώλης,παροιμ. «αλευράς και πεινασμένος δε γίνεται». <αρχ. ἄλευρον .

#Ως επώνυμο το συναντώ πρώτη φορά το 1436, έναν Σταμάτη Αλευρά. (ΛΔΗΜ) (BZP)

Αλογάρης- Ο αλογάς, αλογατάρης, ο εκτροφέας και έμπορος αλόγων. (ΛΤ)(ΜΣΚ)(ΛΔΗΜ)

Αμανετζής-
 i)Ο ιδιωτικός ταχυδρόμος, που μεταφέρει αμανέτια, συσκευασμένα δέματα.
ii)Αλλά και ο αμανετζής, αυτός που τραγουδάει αμανέδες, κατ’επάγγελμα ή όχι.
iii)  Από το τουρκ. amanet, παρακαταθήκη-ενέχυρο, σύμφωνα με τον Βογιατζόγλου. Το «Αμανατίδης» ίσως πρόκειται για λόγιο εξελληνισμό του επιθέτου Αμανατιτζής, που σχετίζεται με τον δημώδες αμανατιτζής, ο ενεχυροδανειστής. Αυτός δηλαδή που παρακρατούσε κάτι ως παρακαταθήκη-ενέχυρο, αμανάτι ή αμανέτι, για να το παραδώσει σε άλλον.  (ΕΠΜΑ) (ΛΔΗΜ)

Αμαξάρης/Αμαξάς- Από τις δημώδεις λέξεις, αμαξάς και αμαξάρης, ο επαγγελματίας οδηγός άμαξας, ο καροτσέρης, <μεσν. αμαξάς.
# Ως επώνυμο το συναντάμε αρκετές φορές σε παλαιότερες πηγές:
-Μάυρος Αμαξά, πάροικος της Καισαρόπουλης στη Θράκη το 1318
-Αμαξάρης, κτηματίας στη Θεσσαλονίκη το 1316
-Αμαξάς, κτηματίας στη Χαλκιδική το 1312
-Νικηφόρος Αμαξάς, κάτοικος Σερρών το 1321
-Γεώργιος Αμαξάρης, πάροικος στη Σαρανταρέα Χαλκιδικής, το 1321
κ.α.

Αμέλίδης-  Από το ιδιωματικό (Πόντος, Θράκη, Κων/πολη, Ηπειρ. Μακεδ.) αμελές, ο. Ο εργάτης< τουρκ. amele. Παλαιότερα αμέλης , ο υπεύθυνος για την υποδοχή και φιλοξενία των ξένων στον κοινοτικό ξενώνα του χωριού, στο «αμελικό».

Αμπελάς- Από το δημώδες αμπελάς, ο ιδιοκτήτης ή και καλλιεργητής αμπελιών, <αρχ. άμπελος συν το παραγ. επίθημα –άς.
#Ως επώνυμο το συναντάμε από την παλαιολόγεια εποχή:
-Αμπελάς- κτηματίας στους Σταυράκιους Χαλκιδικής, το 1320-21.
-Θεόδωρος Αμπελάς, ιερέας το 1392
-Αμπελάς, κτηματίας στην Κεφαλονιά, το 1264
-Κωνσταντίνος Αμπελάς στο Νεοχώριο της Σμύρνης το 1293
-Μιχαήλ Αμπελάς, το 1395 στην Πάτρα
κ.α. (ΛΔΗΜ) (BZP)

 Βαστάζος- Από το δημ. βαστάζος , ο αχθοφόρος, ο χαμάλης. Η λέξη από το αρχ. βαστάζων, του ρήματος βαστάζω. (Λ.Τ.)

Βουτσάς/Βουτζάς-από τη λέξη βούτσι+ επαγγελ. καταλ. -άς, βαρέλι. Β.=βαρελάς. (Τριαντ.),< ελνστ. βούτις.{ΤΟΖ}

Γούναρης- Από το δημ. γούναρης, επαγγελ., γούναρης(ή γουνάρης), ο γουναράς, ο παραγωγός ή ο πραματευτής γουνών. Η λέξη ήδη από τον 5-6 αιώνα. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τα μέσα του 13ου αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Νικόλαος Γούναρης ως πάροικος της Ιερισσού της Χαλκιδικής. {ΜΣΚ}(BZP)

Γραμματικός/Γραμματίκας/Γραμματικόπουλος κ.α.- Από το δημώδ. γραμματικός, ο γραμματέας, από το αρχ. ουσ. γραμματικός. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14οαιώνα, καθώς μεταξύ άλλων αναφέρονται οι Γεώργιος Γραμματικός-Βέρροια-1338, Γραμματικόπουλος-Κρήτη-1452, Μιχαήλ Γραμματικός-Ραδόλιβος(Σέρρες)-1316, κ.α. (ΛΔΗΜ) (BZP) {ΜΣΚ}

Δεβετζής/Ντεβετζής- Από το παλαιότερο επαγγελματικό δεβετζής, ο οδηγός καμήλας. Deve, η καμήλα στα τουρκ. (ΛΔΗΜ)

Δεμερτζής/Τεμερτζής/Δεμιρτζής/Ντεμιρτζής- Από το παλαιότερο επαγγελματικό δεμιρτζής(με όλες τις παραπάνω παραλλαγές), και δήλωνε τον σιδερά, σιδηρουργό, τον γύφτο(η λέξη γύφτος πολλές φορές δήλωνε το σιδηρουργό λόγω της αποκλειστικής σχεδόν απασχόλησης των γύφτων, ειδικά στα αστικά κέντρα και τις κωμοπόλεις, με τη σιδηρουργία. Η λέξη από το τουρκικό demirci, όπου demir το σίδερο και η κατάληξη –ci η γνωστής και σε μας επαγγ. –τσής/-τζής. (ΛΔΗΜ)

Δουλγέρης/Τουλγέρης-  Απο το παλαιότερο επαγγελματικό δουλγέρης, ο μαραγκός, ο κτίστης. Από το τουρκικό dülger, με την ίδια έννοια.

Δραγάτης- Από το δημώδες δραγάτης, ο αγροφύλακας και κυρίως ο φύλακας των αμπελιών. Και ρήμα δραγατεύω, ‘είμαι δραγάτης’. Η λέξη ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια, βλ.αρχιδραγάτης. Ως επώνυμο ήδη από την Παλαιολόγεια εποχή. (ΛΔΗΜ)(ΜΣΚ)(BZP)

Επιτροπάκης- Από το μεσαιων. επίτροπος, ο τοποτηρητής, ο προεστός αλλά και ο εκπρόσωπος και ο εκτελεστής διαθήκης. Και ως εκκλησιαστικό αξίωμα. Η λέξη αρχαία, ουσ. επίτροπος. (ΜΣΚ)

Ζευγάς- Από το δημώδες επαγγελματικό ζευγάς, ο γεωργός, από το ουσιαστικό ζευγός και την επαγγελματική κατάλ. –άς. Γνωστή το γνωμικό «Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς.». Ως επώνυμο, με τη μορφή Ζευγής, το 13ο αιώνα στη Στρούμιτζα της Μακεδονίας (σήμερα Σκόπια) και Πρωτοζευγής Μιχαήλ πάροικος στη Βέρροια το 1338. (ΜΣΚ) (BZP)

 
Ζευγολάτης- Από το δήμώδες επαγγελματικό ζευγολάτης-ζευγηλάτης, ο γεωργός, ο ζευγάς. Από το αρχ. ζευγηλάτης. 

Ζωγράφος- Από το δημώδες επαγγελματικό ζωγράφος, απο το ελνστ. ζωγράφος. Ως επώνυμο είτε λόγω της ιδιότητας του ζωγράφου, συνήθως βυζαντινής εικονογραφίας και τοιχογραφίας, είτε λόγω του σπάνιου μαρτυρημένου βαφτιστικού Ζωγράφος και Ζωγράφω(θηλυκό).

#Ως επώνυμο το συναντάμε στην Κω, το 1216 καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Ζωγράφος.

#Ως θηλυκό βαφτιστικό, Ζωγράφω, το 1460-63, στο χωριό Σιμόπουλο, της περιοχής της Πηνείας Ηλείας. [ASEN] [ACTA]

Θαλασσινός- Από το δημ. θαλασσινός<αρχ. θάλασσα. i) Η λέξη δήλωνε, τον κατ’επάγγελμα θαλασσινό, δηλαδή ναυτικό ή ψαρά. ii) Αυτόν που καταγόταν από παραλιακά μέρη, ή νησιωτικά, σε αντίθεση του στεριανού.

#Ως επώνυμο ήδη από την παλαιολόγεια εποχή. Συναντάμε τους:
-Θαλασσηνός, κάτοχος κτήματος στην Κωνσταντινούπολη το 1323
-Θαλασσηνός, κάτοχος κτήματος στην Πτελέα Χαλκιδικής το 1321
-Θεόδωρος Θαλασσηνός, υμνογράφος τον 15ο αιώνα
-Ιάκωβος Θαλασσηνός, ιερομόναχος το 1466 στην Κεφαλονιά
-Ματθαίος Θαλασσηνός, ιερέας στην Κωνσταντινούπολη το 1324
κ.α. όπως η γνωστή αρχοντική οικογένεια των Θαλλασηνών που έδρασε σε αυτή την εποχή. (BZP) (ΛΔΗΜ)


Μαρινάρος- Από το δημώδ. μαρινάρος, ο ναυτικός, ο θαλασσινός, ο ψαράς. Η λέξη δάνειο από τα ιταλικά, marinaro, με την ίδια έννοια. Με την ίδια έννοια και η δημώδ. λέξη από τα τουρκικά γεμιτζής.



Καζαντζής (Καζαντζάκης, Καζαντζίδης, Καζαντζόπουλος κ.α.)- Από το δημώδες καζαντζής, ο λεβητοποιός, ο κατασκευαστής ή πωλητής καζανιών. Σαν λέξη, δάνειο από το τουρκ. kazancι, με την ίδια έννοια. Και το ουσιαστικό, καζάνι, και ο σχηματισμός επαγγελματικών ονομάτων με την κατάληξη –cι (-τζής, -τσής) έχουν περάσει στο δημώδες ελληνικό λεξιλόγιο. (ΛΔΗΜ)(ΛΤ)

Καζάσης/Καζάζης- Από το δημώδες καζάζης, ο μεταξουργός, αυτός που κατεργάζεται το μετάξη. Η λέξη από το μεσαιωνικό ελλ. καζάζης και αυτό με τη σειρά του δάνειο από την τουρκική, kazaz, με την ίδια έννοια. (ΛΔΗΜ) (ΛΤ)

Καϊξής/Καϊκτζής- Από το δημώδες καϊξής-καϊκτσής-καϊκτζής, ο ιδιοκτήτης ή χειριστής του καϊκιού, της βάρκας. Η λέξη δάνειο από την τουρκική kayιkcι, με την ίδια έννοια.

Καλόγερος-Από το δημώδες καλόγερος, ο μοναχός. Σαν επώνυμο μπορεί να προέρχεται από :
i) Την ιδιότητα κάποιου, ως μοναχός-καλόγερος, που λογικά πρέπει να μην ίσχυε για πάντα ώστε να περάσει ως επώνυμο στους απογόνους του. ii) Πιθανότερη είναι η εκδοχή, τα περισσότερα παρόμοια επώνυμα να προέρχονται από τη συνήθεια να δίνεται ως βαφτιστικό, εξού και η διάδοσή του. iii) Ακόμα λιγότερο πιθανή από την πρώτη εκδοχή, μερικά επώνυμα να προέρχονται από παρόμοια παρατσούκλια, που ίσως δίνονταν επειδή χαρακτήριζε τον φέροντα η μοναχικότητα.
# Ως επώνυμο το συναντάμε όχι λίγες φορές σε παλαιότερες πηγές:
-Ιωάννης Καλογεράς, 1432 στην Αθήνα.
-Καλόγερος, ψαράς στον Στρυμώνα το 1322
-Καλόγερος, κτηματίας στις Σέρρες το 1339
-Κυριάκος Καλογεράς το 1474,στις Ροβιές της Εύβοιας.
-Δημήτρης Καλόγιρος το 1474, στον Άγιο Ιωάννη της Εύβοιας.
Και στη νότια Ιταλία, ως επώνυμο όχι σπάνιο καθώς απαντάται σε 216 οικισμούς. (ΛΔΗΜ) (ΛΤ) (BZP) (BALTA)

Κανατάς- Από το δημώδες κανατάς, ο κατασκευαστής ή πωλητής κανατιών. Η λέξη από το μεσν. κανάτι, είδος πήλινου αγγείου, μικρή στάμνας.


Σημείωση: Οι συντομέυσεις εδώ. 

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Επώνυμα φίλων αναγνωστών: Βαρβάτες/Μπουρούτης


Βαρβατές-Το επώνυμο Βαρβατές, που εντοπίζεται σήμερα σε Σάμο(Φούρνοι και Καρλόβασι) και Αθήνα, το βρίσκουμε σε αναφορά των κατοίκων των Φούρνων Σάμου, όπου βλέπουμε το Νικόλαο Βαρβάτο να υπογράφει το Μάιο του 1821 αναφορά με τους συντοπίτες του προς τον Διευθυντή και την Επαρχιακή Δημογεροντία Σάμου, κοινοποιώντας τους ότι και αυτοί όπως και οι υπόλοιποι Σαμιώτες αρνούνται να δώσουν λόγο υποταγής στο Σουλτάνο, όπως τους ζητήθηκε από τους «Τρεις Συμμάχους»…(1)

 Αργότερα, εντοπίζουμε και τον Αρίσταρχο Βαρβατές, το 1833, ως αρχιεπίσκοπο Σάμου και Ικαρίας.

  Ετυμολογικά προφανώς το επώνυμο προέρχεται απο τη δημώδη νεοελληνική λέξη βαρβάτος, η οποία δηλώνει τον εύρωστο και στιβαρό άντρα. Η λέξη απο το ελληνιστικό βαρβάτος, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται απο το λατινικό barbatus που δήλωνε αυτόν που έχει γένια( barba).

  Η ιδιαίτερη κατάληξη –ες που βλέπουμε στο επώνυμο που εξετάζουμε, ως προερχόμενο από τη Σάμο μπορεί να θεωρηθεί ως χαρακτηριστική των διαλέκτων του νοτιοανατολικού Αιγαίου(κυρίως Ρόδος) όπου η κατάληξη –ες δεν είναι σπάνια, όπως αναφέρει ο Μ.Σκανδαλίδης (2). Αναφέρει χαρακτηριστικά τη μορφή Μιστενές του βαφτιστικού Δημοσθένης και τα επώνυμα Γιαννακές, Κουνελλές.

  Μπουρούτης- Το επώνυμο Μπουρούτης που σήμερα το εντοπίζουμε στην Άνδρο και την Αττική κυρίως, και με μια και δύο εμφανίσεις στους νομούς Βοιωτίας και Κορινθίας αντίστοιχα, το συναντάω για πρώτη φορά στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Κορθίου της Άνδρου του έτους 1871, όπου βλέπουμε τον Αντώνιο Μπουρούτη του Δημητρίου, 33 χρονών και γεωργό να συμπεριλαμβάνεται στους κατοίκους της Πίσω Μεριάς(Οπίσω Μέρους) της Άνδρου. Συναντάμε επίσης, στο ίδιο χωριό, τον Δημήτριο Πουρούτη του Αντωνίου επίσης 33 χρονών και γεωργό, το Μιλτιάδη Μπουρούτη του Δημητρίου, προφανώς αδερφό του Αντώνη, ετών 31 επίσης γεωργό. Επίσης συναντάμε τον Σταμάτιο Μπουρούτο του Χαραλάμπους, ετών 22 γεωργό και τον πατέρα του Χαράλαμπο Μπουρούτη του Σταματίου ετών 43 και γεωργό.
  Στο διπλανό χωριό της Αηπάτιας βρίσκουμε το Δημήτριο Μπουρούτη του Ιωάννη, 31 χρονών και γεωργό και τον πατέρα του Ιωάννη Μπουρούτη του Δημητρίου, 68 χρονών και γεωργό.

 Ετυμολογικά, προέρχεται απο το αρβανίτικο/αλβανικό burrë (4),(5) που δηλώνει τον άνδρα, και κατ’επέκταση τον παληκαρά, το γενναίο αλλά και τον αλήτη, εξού και η ιδιαίτερη νεοελληνική λέξη αλητάμπουρας. Παρόμοια αρβανίτικα επώνυμα είναι τα Μπούρας, Μπουρούσης κ.α. Η κατάληξη –ούτης, είναι σπάνια υποκοριστική κατάληξη και τη συναντάμε σπάνια σε διάφορα επώνυμα όπως Γιαννούτης, Μπαλαφούτης, Γεωργούτης, Δρουγούτης κ.α. Η αρβανίτικη παρουσία ήταν έντονη στο νησί της Άνδρου κυρίως στο βόρειο μέρος της όπου μέχρι πρόσφατα μιλιόταν και η αρβανίτικη




(1) Νικολάου Σταματιάδου, Σαμιακά, Σάμος 1899. Τα άλλα επίθετα Φουρνιωτών που υπογράφουν την ίδια αναφορά είναι τα εξής: Πρωτόπαππας, Μανουήλ, Κωνσταντίνου, Αναστάσης, Σταματίου, Ελευθερίου, Παρασκευά, Καρπάθιος, Παπαγεωργίου, Κοκονίδης, Γεωργίου, Ανδρέου, Νικολάου, Θεοδώρου, Νικόλα, Μπογιατζής, Κομνηνός, Μάρκου, Στάθη, Αδρακτάς, Μαυροειδής, Ξυδάκης, Μελιδόνης, Μυτιληνιός, Καφετζής, Σινάνης, Μωραΐτης, Διακοδημητρίου, Χουματάς, Κατεβαίνης, Λαχώρη, Ευριππαίος, Πλατανιώτης, Παπαθεοδωρή, Δανάς, Λιβανής, Μουστάκης, Κρητικός, Τριανταφύλλου, Ζουρνατζής, Νάκας, Αρετούλης, Θεοδωρίδης, Μαργαρώνης, Λατίνης, Διακοσταμάτης, Υδραίος, Λαγός, Μπαράτης, Καραμούτζου, Σάλωνας, Παρασκευά, Ανδριάδης, Εφέσιος, Σχοινάς, Μανουλούτσου, Ξυλάκης, Χρουσάφης, Μιχάλης, Βραχνάς, Ορφανός, Σοφιανός, Τσέρος, Μιχαλάκη, Δαής, Μήτρενας, Ζημιάρης, Ντιμιρτζής, Λυμπέρη, Αδάμ, Σταμπούλης, Μαυρατζώτης, Κωνσταντή, Κατεβαίνης, Μαμής κ.α.
(2) Μ.Σκανδαλίδης, Χαλκίτικα οικογενειακά ονόματα και παρατσούκλια από αρχαία ή βυζαντινή επίδραση, Ονόματα 9, 1984, 258.
(3) Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Βλαχογιάννη, Εκλογικά
(4)  Vladimir Orel- Albanian Etymological Dictionary, σελ.53
(5) Κωνσταντίνος Χριστοφορίδης,Λεξικόν της Αλβανικής Γλώσσης, σελ.56

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Ετυμολογίες και ερμηνείες επωνύμων-10/11/10

Ζάρκος- Από το ιδιωμ. ζάρκος/ζόρκος, ο γυμνός, άγν. ετυμ.Και ζαρκώνομαι, αλλιώς το ντύνωμαι. Ίσως σχετικό με το σάρκα. (ΜΣΚ)(ΛΔΗΜ)
Ζέβλας- Από το ιδιωμ.(Στερεά Ελλάδα) ζέβλα, ξύλινο εξάρτημα σε σχήμα U απ’όπου δένονταν ο ζυγός για να γίνει το όργωμα. Σχετικό με το κοινό ζευγάς. {ΓΛΑΙΤ}
Κακανιάρης- Από το δημωδ. κακανιάρης, ο χαχανιάρης, χάχας, αυτός που γελά χωρίς λόγο.(ΛΔΗΜ)
Καλοκύρης- Από τη λέξη καλός, και το κύρης,ο αφέντης,< μσν. κύρης < αρχ. κύριος. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Καλοκύρης από το Ιερόν(σημ.Anadolu Kavak) στο Βόσπορο. Πρβλ. και τα ιταλιώτικα σημερινά επώνυμα  Calaciura/Caliciuri .(ΛΔΗΜ) (BZP)
Καμζόλας/Καμζέλας- Από το ιδιωμ. καμζέλι,καμιζόλα, το εσωτερικό γυναικείο κοντό φόρεμα με κοντά μανίκια και ανοιχτό μπροστά και κοντό παιδικό παντελόνι που κάλυπτε το στήθος και κούμπωνε στην πλάτη, <βεν.camisola. {ΓΛΑΙΤ}
Καντηλιέρης- Απο τη λέξη καντηλ(ι)έρι, το κηροπήγιο, ή λυχνία λαδιού.καντήλι<< ελνστ. κανδήλα.(ΛΔΗΜ)
Καπασάς- Από το μσν. καπάσιον,καπάσι, κάλυμμα κεφαλής αξιωματούχων και ιερωμένων, σχετ.με την κάπα. {ΜΣΚ}
Καραβιώτης- 1) Ο προερχόμενος από τοπωνύμιο σχετικό με το καράβι, όπως Καράβι, Καραβάς,κτλ, και 2) η λέξη καραβιώτης δήλωνε και τον ναύτη, ο καραβίσιος. (ΛΔΗΜ)
Καταχανάς- Απο το δημωδ. καταχανάς,1) το  κακοποιό δαιμόνιο, βρικόλακας,2) ο εφιάλτης, 3)ο αδηφάγος, άπληστος.(ΛΔΗΜ)
Κατέλης- Απο το διαλεκτ. κάτης(ο), αλλιώς ο γάτος, και την υποκορ. καταλ. -έλης, ιταλ.αρχης. (ΛΔΗΜ)
Κατραούρας- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) κατράου, κατουράω, κατραούρας ο κατουρλής. {ΓΛΑΙΤ}
Κλούρας- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια), κλούρι/κλούρα, το κουλούρι/κουλούρα<μσν. κουλούρα < ελνστ. κολλούρα< αρχ. κολλύρα.(ΛΤ) {ΓΛΑΙΤ}
Κολοκούρης/Κωλοκούρας- Από το ιδιωμ. κουλουκούρα, κωλοκούρα, τα μαλλιά γύρω από την ουρά και τον κώλο του προβάτου, μεταφορικά το μπαξίσι, και κουλουκρίζω, κουρεύω τα πρόβατα. {ΓΛΑΙΤ}
Κοργιαλάς/Κοριαλάς- Από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) κοριάλο/κουριάλου, εύληπτη τροφή παρασκευασμένη ειδικά για τους μελλοθάνατους, κοριαλάς ο παραγωγός της. {ΓΛΑΙΤ}
Κοτσώνης- Από το ιδιωμ. ρημ. κοτσώνω, επαίρομαι, κορδώνομαι, και κοτσώνης ο επηρμένος. (ΛΔΗΜ)
Κουβαράς- Από το δημωδ. κουβαράς, ο κατασκευαστής, ο πωλητής κουβαριών νήματος. , <αρχ. κόβαρος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται στην Πάφο της Κύπρου κάποιος Μιχαήλ του Κουβαρά, το 1360 ένας πρωτοψάλτης Κουβαράς, το 1368 κάποιος χαρτοφύλαξ Θεόδωρος Κουβαράς κ.α.  (ΛΔΗΜ) (BZP)
Κουκκής/Κουκκίος- Σχετικό με το ν.ε. κουκκί, το όσπριο,< μσν. κουκκί(ν)< < ελνστ. κοκκίον υποκορ. του αρχ. κόκκος. πρβλ. Φασουλής,Νεράντζης, Ρεβύθης κτλ. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, το 1348, καθώς αναφέρεται κάποιος πάροικος στις Σέρρες, Μιχαήλ Κουκκής. (ΛΔΗΜ) (BZP)
Κουκούμης/Κουκουμάς- Από το ουσ.κουκούμιν το. Χάλκινο δοχείο νερού· χύτρα. μτγν. ουσ. κουκκούμιον. Το δεύτερο επώνυμο σχηματίστηκε με την συχνή επαγγελματική κατάληξη –άς(βλ. Φαναράς, Καλαθάς , Πιατάς, κ.α.) . Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κτηματίας στην Βέροια το 1325 με το επώνυμο Κουκούμης, αλλά και ένας Νικόλαος Κουκουμάς τον 15ο αιώνα.{ΓΛ} (BZP)
Κουρβούλης- Από το δημωδ. κουρβούλα, ο κορμός του αμπελιού, η κουρμούλα. Μτφ. ο αδρανής, ο ακίνητος. Ως επώνυμο τουλάχιστον απο τον 14ο αιώνα, καθώς αναφέρεται κάποιος Γεώργιος Κουρβουλέας στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. (ΛΔΗΜ) (BZP)
Κούτρας/Κούτρης- Απο το δημώδ. κούτρα, το κεφάλι. Το επώνυμο ίσως με την έννοια του «κεφάλα». Ετυμολογικά προέρχεται απο το μεσν. κούτρα και αυτό με τη σειρά του απο το λατινικό scutra. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα(1304), αναφέρεται κάποιος Δημήτριος Κούτρας, πάροικος Λήμνου. {Λ.Τ.} (BZP)
Λαγάρας- Από το δημ. λαγάρα, υγρό απαλλαγμένο από κάθε ξένη ουσία, μτφ. ο καθαρός, και ο ειλικρινής, τίμιος, άψογος. Και λαγαρίζω : κάνω διαυγές ένα υγρό. Από το αρχαίο λαγαρός “ο χαλαρός, λεπτός, ευκίνητος”, η σημερινή σημασία μεσαιωνική. (ΛΔΗΜ)
Λάλος- Από το μεσν. και δημωδ. λάλος, ο πολύ φλύαρος, αυτός που λαλεί(μιλάει) πολύ,συνεχώς. (ΛΔΗΜ)
Λέχος- Μητρωνυμικό, από το λεχώ-λεχώνα, 1) γυναίκα που γέννησε πρόσφατα και 2) (μτφ.) για άνθρωπο τεμπέλη και φυγόπονο,3) Από το ιδιωμ.(Αρκαδ.) λέχος, «η εν ύδατι αναλυομένη κόπρος των βοών, εν η εμβάλλουσι τα βαμβακερά υφάσματα άμα υφανθέντα. Μένουσιν δ’εν αυτή 3-4 ημέρας ταύτα, είτα εξάγουσιν αυτά(ξελεχώνουσι) και τα λευκαίνουσιν». Ίσως λέχος,παρατσούκλι, αυτού που έκανε αυτή τη δουλειά.  (Λ.Τ.)(ΛΔΗΜ){ΠΠΠ}
Λιανός - Από το δημωδ. λιανός,ο λεπτός, ισχνός, μεσν.λιανός< < λεί(ος) -ανός (ορθογρ. απλοπ.). (Λ.Τ.) (ΛΔΗΜ)
Μακρυκάνης- Από τις λέξεις μακρύς, και κάνι, η κνήμη, το καλάμι,< ελνστ. κάννη, κάννα `καλάμι΄, πρβλ.καλαμοκάνης, ο μακρυπόδης.(ΛΔΗΜ)(Λ.Τ)
Τάγγας- Ίσως σχετικό με τη δωμωδ. λέξη τσαγγός-ταγγός, αυτός που έχει αλλοιωθεί  και έχει δυσάρεστη οσμή, μτφ. ο βρωμιάρης,< αρχ. ταγγός. (ΛΔΗΜ)

Οι συντομογραφίες παραπέμπουν στην βιβλιογραφία που βρίσκεται εδώ: