Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

Ετυμολογίες και ερμηνείες επωνύμων-16/10/09

Βαφιάς/Βαφέας/Βαφειάδης/Βαφίδης/Βαφίνης/Βαφόπουλος- Από το δημωδ. βαφιάς, ο ελαιοχρωματιστής, ο μπογιατζής, <αρχ. βαφεύς.

Βορίδης/Βοριάς/Βορέας/Βοράκης- Από το δημ. βοριάς,βορέας, ο βόρειος άνεμος, μσν. βοριάς < αρχ. βορέας. Ίσως να χρησιμοποιήθηκε και σαν βαφτιστικό. Παρόμοια επίθετα Πουνέντης, Μαΐστρος, Σιρόκος κτλ. (ΛΤ)

Βουρλής/Βούρλας/Βουρλός- Από το δημωδ. βούρλα, αλλιώς η μούρλα/μούρλια, η τρέλα, η μανία, πρβλ. βουρλίζω, βούρλισμα.< μσν. βουρλίζω `τρέμω σαν βούρλο΄<ελνστ. βροῦλον. (ΛΤ) (ΛΔΗΜ)

Βρούχας/Βρούχος/Βρουχάκης- Από το ιδιωμ. βρούχος, είδος μεγαλόσωμης ακρίδας, από το αρχ. βρούκος, Ησύχ.Γλώσσ. «βρούκος-ακριδών είδη Ίωνες. Κύπριοι δε την χλωράν ακρίδα βρούκαν». (ΤΣΑΚΛ)

Δισάκιας- Από το δημωδ. δισάκι, διπλός σάκος, ταγάρι, < ελνστ. δισάκκιον.

Δρένιος/Ντρένιος- Από το δημωδ. δρένιος-ντρένιος, το ξύλο της οξύας και αυτό που έχει το χρώμα του. Μτφ. ο άμυαλος, ασυνείδητος, και αναίσθητος, < αρχ. επίθ. δρύινος.

Ζουγλός/Ζουγλής/Ζουγλάς/Ζουγλάκης- Από το μεσν. ζουγλός, ο ανάπηρος, και ζουγλοχέρης ο κουλοχέρης.

Θερμός/Θερμογιάννης/Θερμολιάς/Θερμίδης- Από το δημωδ. θέρμη, η ζεστασιά, θερμός ο ζεστός. Μτφ. Ο ένθερμος, ο εγκάρδιος αλλά και ο ζωηρός και ευκίνητος,<αρχ. επίθ. θερμός.

Καμινάς- Από το μεσν. καμινάς, ο καμινάρης-καμινευτής, αυτός που δουλεύει σε καμίνια. <μσν. καμίνι(ν) < ελνστ. καμίνιον υποκορ. του αρχ. κάμινος{TRABZ}

Κίσσας- Από το δημωδ. κίσσα, είδος αποδημητικού πουλιού, <αρχ. κίσσα.

Κλωνάς/Κλωνάκης/Κλωναράς/Κλωναράκης, Κλωνάρης/Κλωναρίδης- από το μεσν./δημωδ. κλώνι, το κλωνάρι, το τρυφερό μικρό κλαδί, σαν χαρακτηρισμός ανθρώπου με την έννοια του παληκαριού, του νέου,< < ελνστ. κλωνίον υποκορ. του αρχ. κλών.

Κουκής/Κουκκής(όχι Κούκης)- Από το δημωδ. κουκί/κουκκί, το όσπριο, της οικογένειας των ψυχανθών, < ελνστ. κοκκίον. {Το επώνυμο Κούκης, με τον τόνο στο «ύ» είναι πιθανό να προέρχεται από το αρβανίτικο kuq, το κόκκινο.

Κραμπής- Από το δημωδ. κραμπί, το φυτό κράμβη, το λάχανο, <αρχ. ουσ. κραμβίον.

Λαθύρης- Από το δημωδ. λαθύρι, είδος οσπρίου, φάβα, <αρχ. Λάθυρος. (ΛΤ)

Λιανός- Από το δημώδ. λιανός, ο λεπτός, λιγνός και στενός-στενόμακρος, από το μεσν. λειανός, αρχ. λείος + καταλ. –ανός. (ΛΤ)

Μεράς/Μεράκος- Από το δημωδ. μερί και μηρί, ο μηρός, το μπούτι,< μσν. μερίν < ελνστ. μηρίον, υποκορ. του μηρός. Η κατάληξη –άς, χρησιμοποιείται και για να τονίσει το νόημα του θέματος, πρβλ. αυτιάς, μυτάς κ.α. (ΛΤ)

Πιστικός/Μπίστικος- Από το δημωδ. πιστικός-μπιστικός, ο μισθωτός βοσκός, έμπιστος συν την κατάλ. –ικός.,< μσν. μπιστικός (στη νέα σημ.) < ελνστ. πιστικός `πιστός, έμπιστος΄. (ΛΤ)

Ποκάρης- Από το δημωδ. ποκάρι, η ποσότητα του μαλλιού που προέρχεται από το κούρεμα προβάτου, ίσως το επώνυμο με την έννοια του μαλλιαρού, ή του εμπόρου ποκαριού. (ΛΤ)

Πωρικός- Από το μεσν/δημωδ. πωρικό, αλλιώς το φρούτο, λόγια οπωρικό.< ελνστ. επιθ. ὀπωρικός `. (ΛΤ)

Φηκάρης/Φουκάρης- Από το δημωδ. φηκάρι/φουκάρι, το θηκάρι, η θήκη,< < ελνστ. θηκάριον.

Βιβλιογραφία.

1 σχόλιο:

  1. Στο Φιλότι της Νάξου Λιανή λένε την Ιουλιανή. Το Ιουλιανός άλλη πιθανή προέλευση για το Λιανός

    ΑπάντησηΔιαγραφή