Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Ετυμολογίες και ερμηνείες επωνύμων-09/12/10

Αλεβίζος/Αλεβιζάκης/Αλεβιζόπουλος/Αλεβιζάτος- Από το παλαιότ. βαφτ. Αλεβίζος, ελληνοποίηση του ιταλ. Alviso και αυτό με τη σειρά του ιταλοποίηση του νορβ. Alvis, πρόσωπο της μυθολογίας των Νορβηγών.
Αρβάλης- Από το δημωδ. αρβάλι, ο αναρτήρας του κουβά, ή της μπακράτσας, το πιαστήρι, και ρήμα αρβαλώ/αρβαλίζω κάνω κρότο με αρβάλια, αρβάλη σύμφωνα με τον Ησύχιο, «τήγανον οστράκινον,Ταραντίνοι». (ΛΔΗΜ)

Βελόπουλος/Βελής/Βελίδης/Βελιδάκης/Βελλής κτλ- Από το τουρκ. veli,  φύλακας, προστάτης, και άνθρωπος κοντά στον Θεό. Λιγότερα πιθανό από το δημώδ. βέλο, λεπτό και διαφανές ύφασμα, παλαιότερα. Ίσως με το δεύτερο να σχετίζεται και το επώνυμο Βελός, που αναφέρεται το 1264 στην Κεφαλονιά.(BZP)(ΕΠΜΣ)
Βουζουνάρας- Από το ιδιωμ. βουζούνι-α, το απόστημα, το σπυρί-καλόγερος. Η λέξη βουζούνι, από το ιδιωμ. βουζ- ούνι<βύζα+-ούνι. Η κατάλ. –άρας ως μεγενθυτική, πρβλ. Κωνσταντάρας, Γιανναράς κτλ. (ΤΣΑΚΛ)

Βουλάρης- Από το μεσν. βουλάριος, ο γραμματέας της μητρόπολης, εντελταμένος να φυλάει τη σφραγίδα, τη βούλα. (ΛΔΗΜ)

Δραγώνας- Ίσως από το μεσν. και δημωδ. δραγόνος, στρατιώτης, πολεμιστής σε σώμα ελαφρού ιππικού,<αντιδ. γαλλ. dragon<λατ.draco<αρχ. δράκων. Ως επώνυμο τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα, ως Δραγωνάς στη Χαλκιδική. (BZP) (ΛΜ)
Καμακάς- Απο τη λέξη καμακάς, ο καμακιστής, αυτός που ψαρεύει με το καμάκι.Καμάκι<<αρχ. κάμαξ. (ΛΔΗΜ)

Λάγιος- Από το δημ. λάγιος, ονομασία προβάτων που έχουν μαύρο χρώμα,πρβλ. λαγιαρνί, <δάνειο από τα βλάχικα. (ΛΔΗΜ)

Λιάγκας- Μητρων. από το βαφτ. Λιάγκα, ιδιωμ. μορφή του Αλέκα< Αλεξάνδρα . Ή από το ιδιωμ.(Αιτ/νια) λιάγκας, ο πολύ αδύνατος(ΚΖΛ) {ΓΛΑΙΤ}

Μεσάρης- Από το δημωδ. μεσάρης, ο μεσήλικας. (ΛΔΗΜ)

Παπατρέχας-Από το δημωδ. παπατρέχας, ο παπάς που διαβάζει γρήγορα τις ακολουθίες, και γενικ. χαρακτηρισμός κάποιου που κάνει πράγματα γρήγορα χωρίς την προσοχή που πρέπει. (ΛΔΗΜ)

Περισσάκης- Από το μσν. & δημωδ. περισσός,και περίσσιος, ο πλεονάζων, ο υπερβολικός. Η κατάληξη –άκης, συνηθέστερη στην Κρήτη. (ΛΔΗΜ)

Ριζικάρης- Από το δημωδ. ριζικάρης, αυτός που έχει ή επιφέρει καλή μοίρα, καλό ριζικό, ο γουρλής. (ΛΔΗΜ)

Τσικλιτίρας- Από το δημωδ. τσικλιτάρα(η), ο δρυοκολάπτης. (ΛΔΗΜ)

Φραγκέλης/Φραγγέλης-  1)Από το δημωδ. φραγκ(γγ)έλλι, το μαστίγιο, καμτσίκι,<λατ. fragellum,2) Από το επίθετο Φράγκος που δήλωνε i)τον καθ’εαυτό Φράγκο(σημ.Γάλλο),ii)τον καθολικό Έλληνα ή ξένο,iii) ή τονΈλληνα που ντυνόταν σαν τους Ευρωπαίους τον 19ο αιώνα, φορούσε δηλαδή τα «φράγκικα». Η κατάληξη –έλης στα επώνυμα και –έλλι(ν) στα ουσιαστικά έχει περάσει στην ελληνική ήδη από τον μεσαίωνα ως υποκοριστικό επίθημα από το λατινικό –ellum. Πρβλ. κοπανέλι, κοκκινέλι, Αλεπουδέλης, Γιαννέλης κτλ.
Τη διάδοσή του όμως το επώνυμο με τις πολλές παραλλαγές του(Φραγκούλης, Φραγκιουδάκης, Φραγκάκος, Φραγκάκης, Φράγκογλου, Φραγκούδης, Φραγκούσης κτλ κτλ) την οφείλει στο γεγονός ότι το όνομα Φράγκος χρησιμοποιήθηκε ως βαφτιστικό σε όλο τον ελλαδικό χώρο(πρβλ. βαφτ.Βενετία). (MEYER)(ΛΤ)(ΜΣΚ)



Συντομογραφίες για τη βιβλιογραφία εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου